Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Καρυωτάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Καρυωτάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

Καρυωτάκης και Καβάφης οι αγαπημένοι των εφήβων

Ενδιαφέρονται οι σημερινοί έφηβοι για την ελληνική ποίηση. Αρκεί κάποιος να βρει τρόπο να τους μιλήσει για αυτήν. Ο εισηγητής του πρώτου κύκλου εργαστηρίων ποίησης για μαθητές Λυκείου, τα οποία διοργανώνει εφέτος το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ), ποιητής Στρατής Πασχάλης , είναι εντυπωσιασμένος από τις σκέψεις, τις απορίες αλλά και τις αμφιβολίες για την ποίηση που διατύπωσαν οι μαθητές με γόνιμο τρόπο. Διαπίστωσε ότι «σε μια εποχή δύσκολη για τον κόσμο και την Ελλάδα, υπάρχουν εκπαιδευτικοί οι οποίοι κατορθώνουν να μιλήσουν στα παιδιά, να τους κινήσουν το ενδιαφέρον και μάλιστα να τα βοηθήσουν να διαμορφώσουν συγκροτημένη σκέψη για την ποίηση».

«Το κείμενο παίζει ασφαλώς ρόλο στην ανάπτυξη σχέσης των μαθητών με την ποίηση» παραδέχεται η κυρία Τερέζα Ροζάκη, φιλόλογος στο 34ο Λύκειο Αθηνών στο Θησείο, η οποία συνόδευσε στο εργαστήριο 30 μαθητές της, «κυρίως όμως σημασία έχει το πώς θα το παρουσιάσουμε στα παιδιά». Η νεότερη ποίηση έχει μεγαλύτερη απήχηση από τα κείμενα της Κρητικής Αναγέννησης. Ο Καβάφης κερδίζει τα παιδιά, ο Καρυωτάκης τα ενθουσιάζει. Ακολουθεί ο ερωτικός Ελύτης, ο Ρίτσος έχει το κοινό του, βρίσκουν όμως δύσκολο τον Σεφέρη.

Μαθητές από τρία σχολεία της Αττικής παρακολούθησαν τον πρώτο κύκλο των εργαστηρίων. Υπερίσχυσαν αριθμητικά τα κορίτσια, χωρίς να υποτιμάται η συμμετοχή των αγοριών, τα οποία φαίνεται ότι κρατούν μια πιο κριτική στάση απέναντι στον ποιητικό λόγο και αναζητούν τη σύνδεσή του με άλλες μορφές λόγου, όπως το τραγούδι. Ανάμεσα σε όλους υπήρχαν και μαθητές, αγόρια και κορίτσια, με πιο ειδικό ενδιαφέρον για την ποίηση, καθώς υπερέβαινε το επίπεδο της ανάγνωσης και περνούσε σε εκείνο της συγγραφής.

«Αν δοθεί στα παιδιά το ερέθισμα, συμμετέχουν με ενθουσιασμό και δημιουργικά» είναι το συμπέρασμα της εκπαιδευτικής εμπειρίας της κυρίας Ροζάκη. Εμπνευσμένοι από πίνακες του Εγγονόπουλου, μαθητές της Β΄ Λυκείου στο σχολείο της συνέθεσαν πριν από δύο χρόνια δικά τους υπερρεαλιστικά ποιήματα, τα οποία απήγγειλαν στο τέλος της χρονιάς.

Το σημαντικό είναι ότι μέσα από τέτοιες πρωτοβουλίες δημιουργείται ένα αναγνωστικό κοινό για την ποίηση και καλλιεργείται μια σχέση πιο συστηματική. Παίρνουμε από τα παιδιά αυτό που τους δίνουμε.

ΠΗΓΗ:  http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=4&artId=366875&dt=13/11/2010

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

H ΔΕ ΠΟΛΙΣ ΕΛΑΛΗΣΕΝ-ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑ-Κ. Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ


Δείτε εδώ        http://www.ert-archives.gr/V2/public/p01-info.aspx?titleid=7120&action=mInfo&mst=00:00:00:00       από το Οπτικοακουστικό αρχείο  της ΕΡΤ ντοκιμαντέρ αφιερωμένο στον Καρυωτάκη.

Η στενή συνάφεια ανάμεσα στο έργο και τη ζωή του «Ιδανικού αυτόχειρα» ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ, η περιήγηση του φακού στην πόλη της ΠΡΕΒΕΖΑΣ, όπου ο ποιητής αυτοκτόνησε, η φωνή του ΝΙΚΟΥ ΞΥΔΑΚΗ που διαβάζει τα ποιήματα του Καρυωτάκη «ΠΡΕΒΕΖΑ» και «ΣΑΝ ΔΕΣΜΗ ΑΠΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ» και η φωνή του ΛΕΥΤΕΡΗ ΠΟΥΛΙΟΥ που διαβάζει αποσπάσματα από επιστολές του ποιητή προς τον πατέρα του και προς την ποιήτρια ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ, μας αποκαλύπτουν τόσο τον ποιητή όσο και τον άνθρωπο ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ, την ατμόσφαιρα της εποχής αλλά και του έργου του, τη στάση του απέναντι στη ζωή αλλά και απέναντι στον ίδιο τον εαυτό του.




Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

Δικτυογραφία για τον Κώστα Καρυωτάκη

http://filosofia.itgo.com/biografia.htm  ( H ζωή του  - χρονολόγιο)

http://el.wikipedia.org/wiki/Κώστας_Καρυωτάκης

http://www.youtube.com/watch?v=DR6ODkXhugM
















Μπαλάντα στους άδοξους


  • Τελικά γιατί γράφουμε; Για τη μεταθανάτια δόξα; Για να μείνει το όνομά μας έστω στη μνήμη δύο-τριών ανθρώπων που μας διάβασαν; Για να συμπεριληφθεί στο λήμμα «λογοτεχνία» μιας εγκυκλοπαίδειας; Μήπως όσο περισσότερο γράφουμε τόσο περισσότερο μένουμε μόνοι μας και στο τέλος ανταμοιβή μας είναι η αιώνια λήθη; Μήπως όλους, καλούς, κακούς και μέτριους, μας περιμένει το σεφερικό ακρογιάλι, ανώνυμο μνήμα των εραστών της τέχνης και της περιπέτειας; 
  • ................................................................................................................ Ωστόσο σε επίπεδο καθαρά αισθητικής λειτουργίας τα αρχικά ερωτήματα αυτού του κειμένου όχι μόνο παραμένουν αναπάντητα, αλλά πολλαπλασιάζονται ­ όταν αναλογιστούμε μάλιστα και τη μοίρα κάποιων άλλων, εξίσου αδικημένων ή «καταραμένων» αν προτιμάτε, που, αν και αποσιωπήθηκαν στην αρχή, σήμερα αναγνωρίζονται απ' όλους, π.χ. ο Καρυωτάκης, ο Καβάφης, ο Παπατσώνης, ο Μπάρας κ.ά. Τι είναι τελικά αυτό που έχει το έργο τους και τους εξασφαλίζει χρόνια μετά τον θάνατό τους την προσοχή του αναγνωστικού κοινού, ενώ αντιθέτως τον Λαπαθιώτη φέρ' ειπείν που διέγραψε μια εντυπωσιακή τροχιά στα γράμματά μας δύσκολα σήμερα τον ξαναδιαβάζουμε; Ισως η απάντηση να κρύβεται σε μια λέξη: ο μοντερνισμός. Αν μετά το 1914 δεν μεσολαβούσε στην Ευρώπη μια επανάσταση σε όλους τους τομείς της σύγχρονης τέχνης και αν κάποιοι ποιητές μας δεν αντιλαμβάνονταν εγκαίρως τη δυναμική της, αν η γενιά του τριάντα δεν έφερνε και στη χώρα μας τα νάματα του μοντερνισμού, αν ο Λαπαθιώτης και ο κύκλος του δεν απέρριπταν κάθε προσπάθεια ανανέωσης των εκφραστικών τρόπων, τότε η πορεία της λογοτεχνίας μας θα ήταν διαφορετική, ενδεχομένως και ο τρόπος που τη διαβάζουμε. Ισως πάλι οι δημιουργοί που παρουσιάζονται ξανά σήμερα να μη διεύρυναν ποτέ, τόσο πολύ, το προσωπικό τους όραμα ώστε αυτό να αρθεί στο ύψος ενός συλλογικότερου προβληματισμού και να επηρεάσει τη σκέψη της εποχής τους, όπως το κατόρθωσε ο Καβάφης και αργότερα ο Σεφέρης.

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΒΗΜΑ 

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

Ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη που έχουν μελοποιηθεί

http://www.stixoi.info
http://www.musiccorner.gr/extras/record/121.html 

 Το 1968, ο Γιάννης Σπανός στην "Ανθολογία Β" μελοποίησε το ποίημα "Μόνο", που τραγούδησε ο Γιάννης Πουλόπουλος. Στο δίσκο συμμετείχαν ακόμα η Αρλέτα, η Πόπη Αστεριάδη, η Αλέκα Μαβίλη, η Καίτη Χωματά και ο Μιχάλης Βιολάρης. Είχε προηγηθεί, ένα χρόνο πριν, η πρώτη προσπάθεια του Σπανού να μελοποιήσει έλληνες ποιητές στη δισκογραφική "Ανθολογία Α", ενώ το πείραμα επαναλήφθηκε και ολοκληρώθηκε το 1975 με την "Τρίτη Ανθολογία". Έτσι, σε τρεις δίσκους ο Γιάννης Σπανός μελοποίησε έλληνες ποιητές (Βασίλη Ρώτα, Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, Σωτήρη Σκίππη, Ζαχαρία Παπαντωνίου, Μυρτιώτισσα, Μαρία Πολυδούρη κ. α.), με ευδιάκριτες νεοκυματικές επιρροές στις συνθέσεις του, με περίσσευμα μελωδίας και με ενδιαφέρουσες λαϊκές πινελιές. Στις δυο πρώτες "Ανθολογίες" χρησιμοποίησε τους ίδιους, περίπου, τραγουδιστές, που την εποχή εκείνη ήταν γνωστοί από τα τραγούδια του Νέου Κύματος: Καίτη Χωματά, Πόπη Αστεριάδη, Γιώργος Ζωγράφος, Μιχάλης Βιολάρης και Γιάννης Πουλόπουλος. Τα τραγούδια της "Τρίτης Ανθολογίας" ερμηνεύτηκαν από την Αρλέτα και από τον πρωτοεμφανιζόμενο -τότε- Κώστα Καράλη. Στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, κυκλοφόρησε η "Τετραλογία" του Δήμου Μούτση. Ένας δίσκος βασισμένος στις μελοποιήσεις ποιημάτων του Κ. Π. Καβάφη, του Κώστα Καρυωτάκη, του Γιάννη Ρίτσου και του Γιώργου Σεφέρη. Ο Μούτσης επέλεξε ως ερμηνευτές το Μανώλη Μητσιά, το Χρήστο Λεττονό και την πρωτοεμφανιζόμενη Άλκηστη Σεβαστή Αττικιουζέλ, που την έκανε ...Πρωτοψάλτη! Δύο ποιήματα του Καρυωτάκη υπάρχουν εδώ: "Η Πρέβεζα" και οι "Ιδανικοί αυτόχειρες", αμφότερα ηχογραφημένα από τον αείμνηστο Χρήστο Λεττονό. Ο Λεττονός - πέρα από ερμηνευτής - ήταν, επίσης, ένας πολύ καλός ζωγράφος, ενώ κάπου - κάπου έγραφε και τραγούδια. Δικό του το "Τετάρτη βράδυ", με την Άλκηστη Πρωτοψάλτη. Ενορχηστρωτικά, η "Τετραλογία" ήταν πολλά χρόνια μπροστά από την εποχή της. Η χρήση του συνθεσάιζερ ξάφνιασε τόσο το κοινό της εποχής όσο και το κοινό του Μούτση, που δεν είχε συνηθίσει τέτοιους πειραματισμούς στα τραγούδια του μέχρι τότε. Το ένα από τα δύο ποιήματα του Καρυωτάκη, "Η Πρέβεζα" ("Θάνατος είν' οι κάργιες που χτυπιούνται..."), είχε μελοποιηθεί την ίδια χρονιά και από το Γιάννη Γλέζο για να την τραγουδήσει ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας στο δίσκο του "Ατέλειωτη εκδρομή", ενώ το εν λόγω τραγούδι - με τη φωνή του Γιάννη Γλέζου, αυτή τη φορά - υπάρχει και στο δίσκο "Αυτά που αγαπήσαμε" (1979). Την "Πρέβεζα" συμπεριέλαβε και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, το 1982, στο δίσκο του "Φοβάμαι". Και από την "Τετραλογία" στο "Σάλπισμα" του Νίκου Ξυλούρη. Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1978 σε μουσική Λουκά Θάνου και ποίηση Βάρναλη, Καρυωτάκη και Αλεξάνδρου. Ξεχώρισε "Η μπαλάντα του κυρ - Μέντιου" του Κώστα Βάρναλη, ενώ υπάρχουν εδώ πέντε ποιήματα του Καρυωτάκη: "Κι αν έσβησε", "Ιδανικοί αυτόχειρες", "Δεν αγαπάς", "Είσαι ψυχή μου", "Το άγαλμα της Ελευθερίας". Το 1984, ήρθε ο "Καρυωτάκης" του Μίκη Θεοδωράκη, με ερμηνευτή το Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Δώδεκα ποιήματα το περιεχόμενό του, μελοποιημένα από το Μίκη Θεοδωράκη και ενορχηστρωμένα από τον μετρ του είδους Κώστα Γανωσέλη: "Υποθήκαι", "Δημόσιοι υπάλληλοι", "Για τη ζωή σου μου 'λεγες", "Πάρε τα δώρα", "Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων", "Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ", "Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ' όνειρό μου", "Η νύχτα μας εχώρισεν", "Δρόμος", "Αγάπη", "Μπρούτζινος γύφτος", "Όλα τα πράγματά μου". Ο δίσκος δεν είχε ιδιαίτερη απήχηση, καταγράφεται, όμως, ως μια ολοκληρωμένη τραγουδιστική εργασία του Μίκη Θεοδωράκη πάνω στο έργο του ποιητή. Και κάνω αυτή τη διευκρίνιση, θέλοντας να σας θυμίσω ότι στο συμφωνικό έργο του Θεοδωράκη υπάρχει και η όπερα "Καρυωτάκης". Οι δυο άντρες, εξ' άλλου, έχουν και κάτι κοινό. Στη γενέθλια πόλη του ποιητή, την Τρίπολη, ο Μίκης Θεοδωράκης πέρασε ένα μεγάλο μέρος των παιδικών του χρόνων. Το ξέρατε ότι Καρυωτάκη μελοποίησε και ο Μίμης Πλέσσας; Για χάρη του Νίκου Κούρκουλου και για ένα, συλλεκτικό πια, δισκάκι με "4 μπαλάντες", ανάμεσα στις οποίες βρίσκουμε και το ποίημα του Καρυωτάκη "Η Κυριακή". Ο ποιητής έδωσε το ...παρόν του και στους Αγώνες Ελληνικού τραγουδιού της Κέρκυρας, που διοργάνωσε το 1981 ο Μάνος Χατζιδάκις, με το ποίημά του "Δικαίωση", μελοποιημένο από την Ηδύλη Τσαλίκη. Ένα χρόνο μετά, η Λένα Πλάτωνος παρουσίασε μια σπουδαία δουλειά, σε ποίηση "Καρυωτάκη", με την οποία θα ασχοληθούμε εκτενώς την επόμενη Τετάρτη, μαζί με άλλες σχετικές προσεγγίσεις, όπως της Μαρίας Βουμβάκη ή του νεότερου και πολύ ταλαντούχου Δημήτρη Μαραμή. Για σήμερα, λέω να σας αφήσω με τους στίχους του Σπήλιου Μεντή, από το τραγούδι του "Ρουτίνα", όπως τους τραγούδησε το 1992 η Αφροδίτη Μάνου: "Φυγομάχησες καημένε Καρυωτάκη με μια σφαίρα στη θλιμμένη σου καρδιά κι εμείς μείναμε και πίνουμε φαρμάκι τη ρουτίνα μας γουλιά - γουλιά..."
 ΠΗΓΗ: http://www.musiccorner.gr/extras/kivwtos/059.html







Κώστα Καρυωτάκη - Ποιήματα

Καρυωτάκης height="500" width="100%" > value="http://d1.scribdassets.com/ScribdViewer.swf?document_id=4592675&access_key=key-1kyokh59jlzlvvcw59c4&page=1&version=1&viewMode=list">            

Ο ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ ΚΑΙ Η «ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΣΤΟΥΣ ΑΔΟΞΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ» (1921)

Η μπαλάντα αυτή ανήκει στην ποιητική συλλογή του Καρυωτάκη Νηπενθή (1921). Ο τίτλος συνοψίζει το κύριο θέμα του ποιήματος. Τα σταθερά θεματικά σημεία αναφοράς του είναι η αδυναμία της ποίησης να αποτρέψει τη συγκρουσιακή και αδιέξοδη σχέση της με την πραγματικότητα, η ειρωνική και σαρκαστική προβολή της συμβατικότητάς της, η υπαρξιακή αγωνία και ματαίωση του κοινωνικά περιθωριοποιημένου ποιητή.18
      Εντοπίζουμε στο ποίημα αντιθέσεις οι οποίες στηρίζουν τη θεματική του και ταυτόχρονα αισθητοποιούν την καρυωτακική ειρωνεία. Η βασική αντίθεση αφορά στην αντιπαράθεση των δυο  ποιητικών κόσμων του συνθέματος: ένδοξοι - άδοξοι ποιητές. Οι καταξιωμένοι στην ποιητική τέχνη ποιητές Verlaine, Hugo, Poe και  Baudelaire αντιπαραβάλλονται με τους ανώνυμους, δηλαδή μη αναγνωρισμένους  ποιητές. Με την επιλογή αυτή του Καρυωτάκη γίνεται σαφής αναφορά στη συνάρτηση Ζωή & Τέχνη.19
       Ο Καρυωτάκης  υπό την επήρεια του γαλλικού συμβολισμού επιλέγει τον τύπο του καταραμένου ποιητή,20 ο οποίος είναι σε διαρκή δυσαρμονία με την περιβάλλουσα
πραγματικότητα, κυριαρχείται από ολέθρια πάθη και συνθέτει το έργο του αναλώνοντας τον εαυτό του.  Είναι ποιητές οι οποίοι αρνήθηκαν να ενταχθούν στις κοινωνικές συμβάσεις «εξέπεσαν» (στ. 2) και «έζησαν […] δυστυχισμένοι» (στ. 9), «εζήσανε νεκροί» (στ. 10), σε καλλιτεχνικό όμως επίπεδο τους έχει χαριστεί η «η Αθανασία» (στ. 11), είτε για την πλούσια «ρίμα» τους (στ. 4)  είτε γιατί το έργο τους τελικά επιβιώνει και αναγνωρίζεται καλλιτεχνικά.21 
      Άλλη ισχυρή αντίθεση την οποία εντοπίζουμε είναι η αντιπαράθεση ανάμεσα στον «κόσμο» (κοινωνία) και στους άδοξους ποιητές. Είναι χαρακτηριστική η έκφραση  που χρησιμοποιεί ο Καρυωτάκης: «η καταφρόνια τους βαραίνει» (στ 17)  κι υπονοεί πως η περιφρόνηση του κόσμου έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην ψυχική τους κατάσταση και παρακάτω (στ. 22) η επίγνωση πως όλοι τους ξεχνούνε. 22
     Οι ποιητές αυτοί έχουν την «τραγικήν απάτη» (στ. 19) ότι η αναγνώριση («Δόξα», στ. 20), θα έλθει κάποτε. Την ιδιότυπη καρυωτακική ειρωνεία ενισχύει η  διαφοροποίηση ανάμεσα στην κατάσταση του τώρα, όπου οι ποιητές περνούν  «αλύγιστοι και ωχροί» (στ. 18) και του μετά όπου  «[…] η Δόξα καρτερεί, παρθένα βαθυστόχαστη ιλαρή» (στ. 20-21).
     Στον τελευταίο στίχο κάθε στροφής δραματοποιείται η συναισθηματική ένταση του ποιητή. Ενώ αρχικά θεωρούμε πως ο Καρυωτάκης διαφοροποιείται σε σχέση με τους άδοξους ποιητές, κατονομάζοντάς τους «στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε» (στ. 14) κι αλλού ειρωνεύεται τις απατηλές προσδοκίες τους (περί Δόξας), επιλέγει να αφιερώσει σε αυτούς κι όχι στους ένδοξους ποιητές τη μπαλάντα του. Η φωνή του τότε μοιάζει σαν φωνή διαμαρτυρίας που φτάνει στον αυτοσαρκασμό συμπάσχει και η μπαλάντα του γίνεται «λυπητερή» (στ. 7) και «θλιβερή» (στ. 23).
     Στο χαμηλόφωνο εξομολογητικό  του τόνο, στο τέλος του ποιήματος, διακρίνουμε την επιθυμία του να διασωθεί και να μνημονευτεί κάποτε το έργο του (στ. 25-26). Στην αυτοσαρκαστική του διάθεση, η οποία εκφράζεται με τον χαρακτηρισμό της μπαλάντας  «πενιχρή» (στ. 27), διακρίνουμε την απαισιόδοξη και αρνητική του διάθεση απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα και το έργο του, η οποία υποβάλλεται στο μεγαλύτερο μέρος του  ποιητικού του έργου. 23 
      Ο  χαμηλόφωνος λυρισμός του ποιήματος, η χρήση του καθημερινού λεξιλογίου, η αίσθηση πίκρας και απογοήτευσης του ποιητή, παραπέμπουν στα χαρακτηριστικά της λεγόμενης «γενιάς του 1920» στην οποία ο Καρυωτάκης εντάσσεται γραμματολογικά.24     
       Στο ποίημα διακρίνουμε πλούτο εκφραστικών μέσων:  παρομοιώσεις λ.χ. «σαν άρχοντες που εξέπεσαν», μεταφορές  λ.χ. «μαραίνονταν οι Βερλαίν», «πλούτος η ρίμα»,
οξύμωρο λ.χ. «εζήσανε νεκροί», προσωποποιήσεις λ.χ. «η Δόξα […] παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή», συνεκδοχή: η «ρίμα» αντί η «ποίηση» και επαναλήψεις.    
       Γλώσσα του ποιήματος είναι η δημοτική με ανάμειξη τύπων της καθαρεύουσας λ.χ. εξέπεσαν, ανιστορεί, έρεβος, ιλαρή, πενιχρή κλπ. Η  μουσικότητα του ποιήματος δημιουργείται με το σταθερό ιαμβικό του ρυθμό (στίχοι ιαμβικοί εντεκασύλλαβοι και δεκασύλλαβοι), με τα στροφικά του συστήματα, με την πλούσιά του ομοιοκαταληξία. 



.............................................................................................................................................................

Ο Καρυωτάκης δεν πραγματεύεται μεγάλα ιδανικά, ψάλλει το άδοξο, το ασήμαντο. Στο ποιητικό του σύμπαν δεν υπάρχουν εκλεκτοί και εμπνευσμένοι δημιουργοί. Η φωνή του είναι φωνή διαμαρτυρίας και ταυτόχρονα αυτοσαρκαστική. Το ύφος του είναι χαμηλότονο, ο μελαγχολικός λυρισμός (απήχηση της ποίησης των «καταραμένων ποιητών») συνυπάρχει με τον σαρκασμό. Οι ποιητικοί του χαρακτήρες είναι σε δυσαρμονία με το κοινωνικό περιβάλλον.
     Η σαρκαστική στάση ως προς τις προσωπικές αξίες και βλέψεις των ποιητών, είναι τα κοινά στοιχεία του Καβάφη και του Καρυωτάκη. 

ΠΗΓΗ:http://www.lexima.gr/lxm/read-1398.html

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009

Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων – Κ.Καρυωτάκης

Στίχοι: Κώστας Καρυωτάκης Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Παπακωνσταντίνου



Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων
Από θεούς κι ανθρώπους μισημένοι,
σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οι Βερλαίν· τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.
Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι
Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,
και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τούς είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που’ ναι.
Του κόσμου η καταφρόνια τούς βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι κι ωχροί,
στην τραγική απάτη τους δομένοι
πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τούς ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι
Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
«Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε
«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι;»

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009