Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Μαρτίου 2010

Η ζωή του νομπελίστα ποιητή


Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ Αλεπουδέλης γεννήθηκε στο Ηράκλειο στις 2 Νοεμβρίου του 1911. Είναι ο τελευταίος από τα 6 παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλη και της Μαρίας Βρανά. Κατάγεται και από τους δύο του γονείς από τη Μυτιλήνη. Στην Κρήτη βρέθηκε ο πατέρας του όταν αποφάσισε με τον αδερφό του να κατασκευάσει εργοστάσιο σαπωνοποιίας.Λίγα χρόνια αργότερα η οικογένεια εγκαθίσταται στον Πειραιά όπου και μεταφέρεται η έδρα της επιχείρησης.
Το 1920 η οικογένεια Αλεπουδέλη αντιμετωπίζει επιθέσεις εξαιτίας της στενής σχέσης με τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Εξαιρετικά ανήσυχο πνεύμα, ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης στα μαθητικά του χρόνια έγραφε ποιήματα τα οποία και δημοσίευε στην «Διάπλαση των Παίδων» με ψευδώνυμα. Επηρεάστηκε από πολλούς ποιητές ιδιαίτερα όμως από τον Κωνσταντίνο Καβάφη και τον Ανδρέα Κάλβο.
Λόγω της οικογενειακής επιχείρησης σκέφτεται να σπουδάσει Χημεία, αλλά τελικά θα στραφεί στην Νομική στην οποία γράφτηκε το 1930, αλλά δεν την τελείωσε ποτέ.
Ως φοιτητής ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης αναζητά μια άλλη αντίληψη και ένα διαφορετικό περιεχόμενο για την ποίηση. Είναι η εποχή που ο κόσμος έχει βγεί από τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και στην Δυτική Ευρώπη, ζητάνε επειγόντως την αλλαγή του κόσμου.
Γεννιέται λοιπόν ένα ιδιαίτερο ρεύμα σκέψης, ο σουρεαλισμός - μία ένωση του φανταστικού με το πραγματικό - με πολύ μεγάλα ονόματα της Τέχνης σε όλους τους τομείς. Ο σουρεαλισμός στόχευε σε μια διαφορετική θεώρηση του κόσμου και κυρίως αναζητούσε εκείνο το απόλυτο γεγονός μέσω του οποίου ο άνθρωπος μπορούσε να εκδηλώσει όλες τις δυνατότητές του και ακόμα να τις ξεπεράσει. Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης θα επηρεαστεί από το συγκεκριμένο ρεύμα και κυρίως από την προσωπικότητα του Πώλ Ελυάρ.
Το 1934, γίνεται μέλος της «Ιδεοκρατικής Φιλοσοφικής Ομάδας του πανεπιστημίου Αθηνών» που διοργάνωνε φιλοσοφικές συζητήσεις με τη συμμετοχή των Κ.Τσάτσου, Π.Κανελλόπουλου, του Ι. Θεοδωρακόπουλου και του Ι.Συκουτρή. Εκείνη την εποχή, γνωρίζεται με το Γιώργο Σαραντάρη (1908-1941), - ποιητή, ο οποίος και τον ενθαρρύνει στις ποιητικές του προσπάθειες, τον γνωρίζει στο κύκλο του περιοδικού «Νέα Γράμματα»,περιοδικό - πνευματικό όργανο της γενιάς του '30 στο οποίο και δημοσιεύονται τα πρώτα ποιήματα του Ελύτη, καθιερώνοντας ταυτόχρονα και το ψευδώνυμό του.
Το 1935 ο Ελύτης γνώρισε τον Ανδρέα Εμπειρίκο που μαζί με τον Νίκο Εγγονόπουλο εισήγαγαν στην Ελλάδα τον υπερρεαλισμό. Το Πάσχα εκείνης της χρονιάς θα ταξιδέψουν στην Λέσβο, όπου με την συμπαράσταση των Μυτιληνιών ζωγράφων, Ορέστη Κανέλλη και Τάκη Ελευθεριάδη, ανακαλύπτουν την τέχνη του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου που είχε πεθάνει το 1934. Την ίδια εποχή δένεται με ισχυρό φιλικό δεσμό με τον Νίκο Γκάτσο
Το 1936 στην «Α΄ Διεθνής Υπερρεαλιστική Έκθεση των Αθηνών», ο Ελύτης παρουσίασε ζωγραφικούς πίνακες με την τεχνική της χαρτοκολλητικής (collage). Το 1937 εγκαταλείπει τα νομικά, κατατάσσεται στο στρατό και πηγαίνει ως το 1938 στην Κέρκυρα, στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών. Το 1939, μετά από σκόρπιες δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε περιοδικά, τυπώνει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Προσανατολισμοί».
Με την έναρξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου ο Ελύτης, επιστρατεύεται στα αλβανικά βουνά ως ανθυπολοχαγός στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού. Στη διάρκεια της κατοχής γίνεται ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά"και το 1942 ανακοινώνει το δοκίμιό του «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Α. Κάλβου». Το 1943 κυκλοφόρησε «Ο Ήλιος ο Πρώτος» μαζί με τις «Παραλλαγές πάνω σε μια αχτίδα», ένας ύμνος του Ελύτη στη χαρά της ζωής και στην ομορφιά της φύσης. Στα «Νέα Γράμματα» που επανακυκλοφόρησαν το 1944, δημοσιεύει το δοκίμιό του «Τα κορίτσια», ενώ από το 1945 συνεργάζεται με το περιοδικό «Τετράδιο» μεταφράζοντας ποιήματα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και παρουσιάζοντας σε πρώτη δημοσίευση το ποιητικό του έργο «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας».
Το 1945 - 1946 διορίστηκε για ένα μικρό διάστημα Διευθυντής Προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας και συνεργάστηκε με την «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», την «Ελευθερία» και την «Καθημερινή», όπου κράτησε ως το 1948 μια στήλη τεχνοκριτικής. Το 1948 εγκαθίσταται στο Παρίσι, όπου παρακολουθεί μαθήματα φιλοσοφίας και συνδέεται με τους Πικάσο, Ματίς, Σαγκάλ, Τζιακομέτι.
Η αριστερά εκείνη την εποχή, τον κατηγορεί για τυφλό και ανεπίκαιρο τρόπο γραφής.
Το 1959 μετά από αρκετά χρόνια ποιητικής σιωπής, ο Οδυσσέας Ελύτης τυπώνει το «Άξιον Εστί», που τον επόμενο χρόνο του δίνει το Α΄ Κρατικό βραβείο Ποίησης, ενώ τότε εκδίδει και τις «Έξη και Μία Τύψεις για τον Ουρανό». Λίγο πριν τυπωθεί το «Αξιον Εστί» ο ποιητής που δεν ανήκε καν στην Αριστερά, είχε εμπιστευθεί επιλεγμένα αποσπάσματα στο αριστερό περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης».
Δέκα χρόνια μετά την έκδοση του έργου, ο ποιητής θα εμπιστευθεί στον Γ. Π. Σαββίδη κάποιες σημειώσεις που εξηγούν το πώς δημιουργήθηκε το «Αξιον Εστί». «Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του '48 με '51. Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί - πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος - δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ήτανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοιρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλαιψε αιώνες για να υπάρξει. Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ηταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ' άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.
Ητανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ητανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου - η πρώτη ήτανε στην Αλβανία - που έβγαινα από το ατόμό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να 'χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσανε. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Ελληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.
Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοιρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους - και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου 'δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ' αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το «Αξιον Εστί».
Οι πρώτες αντιδράσεις για το «Αξιον Εστί» ήταν αρνητικές, πράγμα που ο Ελύτης βίωσε οδυνηρά.
Ο πρώτος που ονόμασε το έργο αυτό «οριακό» για την ποίηση ήταν ο Γ. Π. Σαββίδης με άρθρο του στον «Ταχυδρόμο» τον Δεκέμβριο του 1960.
Στις 19 Οκτωβρίου 1964 στο κινηματοθέατρο «Ρέξ» θα παρουσιαστεί το «Αξιον Εστί» σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη με τον Μάνο Κατράκη και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Το έργο επρόκειτο να πρωτοπαρουσιαστεί στο Φεστιβάλ Αθηνών, όμως την κυβέρνηση της Ενωσης Κέντρου την ενοχλούσε ο επικός τόνος του έργου και η σύμπραξη του Μίκη. Ετσι παρενέβη και απαγόρευσε το ανέβασμά του στο Φεστιβάλ Αθηνών με πρόσχημα ότι είναι ανάρμοστη η παρουσία ενός λαϊκού τραγουδιστή, του Γρηγόρη Μπιθικώτση, στο Ηρώδειο.
Ο ποιητήςταξιδεύει στη Γαλλία (1966) και την Αίγυπτο (1967) και ασχολείται με τη ζωγραφική και με μεταφράσεις, ως την άνοιξη του 1969 που ξαναγυρίζει στο Παρίσι. Το 1970 μένει για ένα διάστημα στην Κύπρο, ενώ το 1971 επιστρέφει στην Ελλάδα, όπου μετά τη Μεταπολίτευση, το 1974, διορίζεται Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΙΡΤ και μέλος για δεύτερη φορά του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου (1974 - 1977).
Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν συνέχισε το πολύπλευρο πνευματικό του έργο και το 1979 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, «για την ποίηση του που με φόντο την Ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία"
Το 1972 αρνήθηκε βραβείο θεσπισμένο από τη δικτατορία και το 1977 αρνήθηκε την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού.
Μέχρι την στιγμή της βράβευσής του έχει τυπώσει 10 ποιητικές συλλογές. Η κορυφαία στιγμή του ποιητή κατά την δεκαετία του '80 ήταν η συλλογή «Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας». Η προτελευταία του συλλογή ήταν «Τα ελεγεία της Οξώπετρας». Το 1995 τυπώνεται το «Δυτικά της Λύπης», ενώ μετά θάνατον τυπώθηκε το «Εκ του πλησίον» και τα «2χ7ε».
"Εφυγε» στις 18 Μαρτίου 1996 σε ηλικία 85 ετών.

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010

Στράτης Μυριβήλης: Αντιμιλιταριστής πατριώτης και λυρικός πεζογράφος

Ψάχνοντας για πληροφορίες στο δίκτυο για το Στρατή Μυριβήλη βρήκα τα παρακάτω στοιχεία εδώ.

Ο Στράτης Μυριβήλης, ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της γενιάς του '30, αντιμιλιταριστής πατριώτης και λυρικός πεζογράφος του Αιγαίου, ένας «αδιάλλακτος της λογοτεχνίας» σε συνεχή αναζήτηση της ελληνικότητας, γεννήθηκε στην υπόδουλη ακόμη Συκαμιά της Λέσβου το 1890. Ανήκει στη γενιά εκείνη που πολέμησε για την ανόρθωση του ελληνισμού κατά τους βαλκανικούς πολέμους, που παρακολούθησε με πόνο τη Μικρασιατική Καταστροφή και την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας και τελικά στράφηκε σε έναν ενδοσκοπικό εθνικισμό, αναζητώντας με πάθος τα διακριτικά της ελληνικής συνείδησης στην ελληνική γη και στη λαϊκή παράδοση.



Ο Στράτης Μυριβήλης, ψευδώνυμο του Ευστράτιου Σταματόπουλου, ήταν το πρώτο από τα πέντε παιδιά του Χαράλαμπου και της Ασπασίας Σταματοπούλου. Μέτριος μαθητής, παίρνει το απολυτήριό του από την Αστική Σχολή Συκαμιάς το 1903. Εκεί, ο σχολάρχης Σπύρος Αναγνώστου, με το κιτρινισμένο δάχτυλό του πάνω στον ανοιγμένο εληνικό χάρτη, έκανε περιπάτους πάνω στα Βαλκάνια, στη Μικρασία και μέσα στις ελληνικές θάλασσες, περιπάτους αντάξιους της Μεγάλης Ιδέας. Έτσι ξεκινάει ο Μυριβήλης το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του Απ' την Ελλάδα. Από τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς έως το 1909 φοιτά στο Γυμνάσιο Μυτιλήνης και στο Γυμνάσιο των Κυδωνιών. Στα γυμνασιακά θρανία η επαφή του με σημαντικά κείμενα του δημοτικισμού ­ Το Ταξίδι του Ψυχάρη, Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου του Κωστή Παλαμά, η Ιλιάδα του Αλέξανδρου Πάλλη, τα διηγήματα του Αργύρη Εφταλιώτη, Τα Λόγια της Πλώρης του Ανδρέα Καρκαβίτσα, αλλά και ανέκδοτα χειρόγραφα ποιήματα του Γρυπάρη που κυκλοφορούσαν κάτω από τα θρανία ­ διαμορφώνουν πρώιμα τη λογοτεχνική και γλωσσική του συνείδηση. Πεζογραφήματά του ήδη δημοσιεύονται σε περιοδικά της Σμύρνης και της Μυτιλήνης. Το 1912 βρίσκεται στην Αθήνα, παρακολουθεί μαθήματα στη Φιλοσοφική Σχολή και συγχρόνως εργάζεται ως συντάκτης σε αθηναϊκά φύλλα. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς στρατεύεται εθελοντής και παίρνει μέρος στους δύο βαλκανικούς πολέμους. Τραυματίζεται στη μάχη του Κιλκίς το 1913, αποστρατεύεται και επιστρέφει στην Αθήνα. Εγκαταλείπει όμως τα μαθήματα της Φιλοσοφικής και εγκαθίσταται τελικά στη Συκαμιά της Λέσβου. Εκεί εργάζεται ως αρχισυντάκτης στην εφημερίδα «Σάλπιγξ» της Μυτιλήνης και ζει από κοντά το προσφυγικό κύμα από τη Μικρασία. Τότε ήρθε πρόσφυγας από το Δικελί και η Ελένη Δημητρίου, η οποία γνωρίζεται με τον Μυριβήλη, για να τον παντρευτεί αργότερα, στα 1920. Απέκτησαν 3 παιδιά: τη Χάρη, τη Δροσούλα και τον Λάμπη. Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο στρατεύεται στο μέτωπο της Μακεδονίας. Το 1917 κατατάσσεται στο 4ο Σύνταγμα της Μεραρχίας Αχιπελάγους και συμμετέχει στην προκάλυψη του Μοναστηρίου μαζί με τον αδελφό του, Κίμωνα. Εκεί αρχίζει να γράφει το Η Ζωή εν Τάφω. Ο Μυριβήλης παίρνει μέρος και στη μικρασιατική εκστρατεία. Μετά την εκκένωση του Εσκί-Σεχίρ καταφεύγει πρόσφυγας στη Θράκη και από εκεί επιστρέφει στη Λέσβο το 1922. Θα παραμείνει στο νησί έως το 1932, οπότε και εγκαθίσταται οικογενειακώς στην Αθήνα. Κύρια επαγγελματική ενασχόλησή του, κατά την παραμονή του στη Λέσβο έως την εγκατάστασή του στην Αθήνα, είναι η δημοσιογραφία. Εκδίδει την εβδομαδιαία εφημερίδα «Καμπάνα» ­ στην οποία αρχίζει να δημοσιεύει το Η Ζωή εν Τάφω ­ και αργότερα την καθημερινή εφημερίδα «Ταχυδρόμος». Κατά τη διαμονή του στην Αθήνα συνεχίζει να δημοσιογραφεί και γίνεται τακτικό μέλος της Ενώσεως Συντακτών. Συνεργάζεται με πολλές εφημερίδες και περιοδικά, καθώς και με τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών. Το 1938 διορίζεται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής ως Τμηματάρχης Β' Τάξεως. Από το 1946 έως το 1950 είναι Διευθυντής Προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Παράλληλα, συμμετέχει ενεργά στη συγκρότηση σωματείων λογοτεχνών: υπήρξε ιδρυτικό μέλος και διετέλεσε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Εταιρείας των Λογοτεχνών της Ελλάδος και της Ελληνικής Εταιρείας Λογοτεχνών.


Ο Μυριβήλης διδάσκει θεατρικό έργο σε στρατιωτικό θίασο, στο Μακεδονικό Μέτωπο (Νιγρίτα 1916-17). (Προέλευση: «Η μεσοπολεμική πεζογραφία», εκδ. Παν. Σοκόλη, τ. ΣΤ', Αθήνα 1993, σ. 106)
Πέθανε στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 1969.
Ο Στράτης Μυριβήλης πρωτοεμφανίστηκε με τη συλλογή διηγημάτων Κόκκινες Ιστορίες, που δημοσιεύθηκε στη Μυτιλήνη το 1915. Ακολουθεί Η Ζωή εν Τάφω, πρώτα σε συνέχειες από την εφημερίδα «Καμπάνα» και σε πρώτη έκδοση το 1924. Η δεύτερη έκδοση έγινε το 1930 και ήταν σημαντικά αναθεωρημένη και προσαυξημένη με νέα κεφάλαια. Πραγματοποιήθηκαν άλλες πέντε, όλες ξαναδουλεμένες. Η έβδομη και οριστική έκδοση δημοσιεύθηκε το 1955. Ο Στράτης Μυριβήλης έγραψε άλλα δύο μυθιστορήματα: Η Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια το 1933 και Η Παναγιά η Γοργόνα, το 1949. Και τα δύο αυτά μυθιστορήματα είχαν ήδη προδημοσιευθεί σε συνέχειες από περιοδικά έντυπα. Ένα μεγάλο μέρος του έργου του διοχετεύθηκε σε νουβέλες, διηγήματα και λυρικά πεζογραφήματα που δημοσίευε χωρίς διακοπή. Έγραψε τρεις νουβέλες: Ο Βασίλης ο Αρβανίτης, που στην τελική του μορφή δημοσιεύθηκε το 1943, Τα Παγανά το 1944 και Ο Παν το 1946. Εκτός από τη συλλογή Διηγήματα που δημοσιεύθηκε το 1928, οι άλλες συλλογές διηγημάτων φέρουν χρωματικούς τίτλους: Το Πράσινο Βιβλίο (1935), Το Γαλάζιο Βιβλίο (1939), Το Κόκκινο Βιβλίο (1952) και Το Βυσσινί Βιβλίο (1959). Δημοσίευσε δύο συλλογές λυρικών πεζογραφημάτων: Το Τραγούδι της Γης (1937) και Μικρές Φωτιές (1942) και κατέγραψε ταξιδιωτικές εντυπώσεις: Απ' την Ελλάδα (1954) και Ολυμπία (1958). Μία συλλογή χρονογραφημάτων δημοσιεύθηκε με τον τίτλο Πτερόεντα, ενώ ιδιαίτερα σημαντικά είναι και τα κριτικά μελετήματα. Τα τρία μυθιστορήματα και Ο Βασίλης ο Αρβανίτης μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες, φανερώνοντας την απήχηση του έργου του και στο εξωτερικό. Ο Μυριβήλης τιμήθηκε για το έργο του όσο ζούσε. Το 1940, με το κρατικό βραβείο Πεζογραφίας για το Γαλάζιο Βιβλίο. Το 1958 εκλέγεται μέλος της Ακαδημίας, ύστερα από πέντε ανεπιτυχείς υποψηφιότητες και διορίζεται τιμητικά μέλος του Διεθνούς Ινστιτούτου Γραμμάτων και Τεχνών. Το 1959 του απονέμεται ο Σταυρός του Ταξιάρχη του Βασιλικού Τάγματος του Γεωργίου του Α'. Προτάθηκε τρεις φορές για το Νόμπελ ενώ το 1969, λίγο πριν από τον θάνατό του, η Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών τον ανακηρύσσει επίτιμο πρόεδρό της. Το έργο του Στράτη Μυριβήλη μελετήθηκε εκτενώς από την κριτική και τοποθετήθηκε κυρίως στο πλαίσιο του πολεμικού μυθιστορήματος και της γενιάς του '30. Ξαναδιαβάζοντας ωστόσο σήμερα τον Μυριβήλη, οι παρατηρήσεις μας περιστρέφονται κυρίως γύρω από δύο κεντρικούς άξονες που προσδιορίζουν τον γενικό χαρακτήρα του έργου του σε όλη την πορεία του: ρεαλισμός και/ή λυρισμός, παράδοση και/ή ανανέωση. Μέσα από το πρίσμα αυτό τίθενται ζητήματα που έχουν κατά καιρούς απασχολήσει την κριτική, όπως η επιτυχία μυθιστορηματικής σύνθεσης, η εναρμόνιση του Μυριβήλη με τη γενιά του '30, καθώς και το ζήτημα της γλώσσας και της μορφικής επεξεργασίας των κειμένων.


Ο Μυριβήλης σε σκίτσο του γλύπτη Νικόλα (προέλευση: περ. «Νέα Εστία», αφιέρωμα στον Στράτη Μυριβήλη (1890 - 1969), τ. 128 (Χριστούγεννα 1990), σελ. 89
Η παραδοσιακή και ξεπερασμένη για την εποχή της επιστολιμαία μορφή του Η Ζωή εν Τάφω αποβαίνει το εκφραστικό μέσο μιας νεωτερικής αντίληψης του πολέμου και της υποκειμενικής έκφρασης της πραγματικότητας. Δεν πρόκειται εδώ για την ηρωική διάσταση του πολέμου, αλλά για μια πραγματικότητα φρικιαστική, έτσι όπως βιώνεται από τον φοιτητή λοχία Κωστούλα και καταγράφεται στο ημερολόγιό του. Είναι η φρίκη των χαρακωμάτων έτσι όπως την έζησε ο ίδιος ο συγγραφέας. Το αντιπολεμικό μήνυμα του έργου αναδεικνύεται μέσα από την ωμότητα της ρεαλιστικής περιγραφής που χρησιμοποιεί τη φρίκη ως μέσο απώθησης και εξισώνει όλους τους ανθρώπους, φίλους και εχθρούς, κάτω από το βάρος της συντριβής της ανθρώπινης ύπαρξης. Η αυθεντικότητα της πρώτης ύλης, το βάρος της προσωπικής εμπειρίας και η αντιπολεμική ιδεολογική φόρτιση προσδίδουν στη γραφή την αμεσότητα του ρεαλισμού. Η εσωτερικευμένη όμως πραγματικότητα επιτρέπει λυρικές εξάρσεις και συναισθηματική φόρτιση. Η εξαντλητική επεξεργασία του λόγου, προϊόν των αλλεπάλληλων αλλαγών και αναθεωρήσεων του αρχικού κειμένου της πρώτης έκδοσης, αγγίζει πολλές φορές τη γλωσσική εκζήτηση και γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στην περιγραφή τόσο της εξωτερικής και αντικειμενικής πραγματικότητας όσο και της εσωτερικής, του αφηγητή λοχία. Ο ρεαλισμός τού Μυριβήλη παραμένει λυρικός, χωρίς να αναιρείται ούτε η αυθεντικότητα της πραγματικής εικόνας του πολέμου ούτε και η εσωτερικευμένη βίωσή της. Άλλωστε, μοναδική διέξοδος από τον παραλογισμό του πολέμου είναι η αγάπη για τη ζωή, η ερωτική έλξη για τον άνθρωπο και το φυσικό του περιβάλλον. Και καλύτερη μαρτυρία γι' αυτό δεν μπορεί να είναι παρά η προσωπική.


Από αριστερά, Θράσος Καστανάκης, Στράτης Μυριβήλης, Άγγελος Τερζάκης, Ηλίας Βενέζης, 1934. (Προέλευση: «Η μεσοπολεμική πεζογραφία», εκδ. Παν. Σοκόλη, τ. ΣΤ', Αθήνα 1993, σ. 113)
Η αγάπη για τη ζωή, για τον άνθρωπο και το φυσικό του περιβάλλον θα παραμείνει άλλωστε ο συνεκτικός ιστός της σκέψης του και ολόκληρου του έργου του στην εξελικτική του πορεία, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές μετατοπίσεις του συγγραφέα που έχουν επισημανθεί. Η πολύ συγκεκριμένη και πολύ τραυματική εμπειρία του πολέμου αρχικά υποδεικνύει τη δύναμη της φύσης, ως φυσική ανάγκη επιβίωσης του ανθρώπου και ερωτική έλξη. Αργότερα θα καταλήξει σε έναν οικουμενικό ανθρωπισμό, που θα στηλιτεύσει κάθε πολιτική θεωρία και κάθε υπαρκτό σύστημα, εφόσον μέσα από τον δογματισμό τελικά στρέφονται εναντίον του ίδιου του ανθρώπου, της αξιοπρέπειάς του και της πνευματικής ελευθερίας του.
Με αφετηρία την επιστροφή του πολεμιστή μετά τον πόλεμο, την προσπάθεια ένταξής του σε ένα σχεδόν ξένο πια κοινωνικό περιβάλλον, καθώς και την υπεροχή της φυσικής ερωτικής έλξης απέναντι σε ηθικά διλήμματα και ιδεολογικούς προβληματισμούς, ο Μυριβήλης θα προσπαθήσει να δημιουργήσει ένα πραγματικό μυθιστόρημα, τη Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια, απομακρυσμένο από τον αυτοβιογραφικό λόγο τού Η Ζωή εν Τάφω. Ωστόσο, το σχήμα αυτό αποτελεί τη βάση ενός μύθου που δεν κατορθώνει να μετουσιωθεί μέσα από τα πρόσωπα της πλοκής. Γράφοντας τη Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια ο Μυριβήλης θα προσπαθήσει να εναρμονισθεί με τις γενικότερες επιδιώξεις της γενιάς του '30, αλλά θα βρεθεί παγιδευμένος σε αντιθέσεις. Ο έντονος ιδεολογικός διδακτισμός χαλαρώνει το κεντρικό νήμα της πλοκής, ενώ ο ρεαλισμός της κοινωνικής κριτικής δεν κατορθώνει να ανανεώσει πραγματικά την παράδοση της ηθογραφίας ενός Καρκαβίτσα και ενός Παπαδιαμάντη. Ο μόνος δρόμος που μένει ανοικτός για τον θερμό αυτόν πατριώτη από τη Λέσβο, και που με συνέπεια θα ακολουθήσει στο εξής, είναι η λαϊκή παράδοση. Η ανανέωση έρχεται μέσα από την επιστροφή στην παράδοση και κυρίως μέσα από την αναγωγή της σε αξία συλλογική. Η ηθογραφική διάσταση του έργου του εξελίσσεται προοδευτικά σε σθεναρή αναζήτηση της ελληνικότητας, η οποία θα αποτελέσει το επίκεντρο των προσπαθειών του, τόσο ως προς το περιεχόμενο των κειμένων όσο και ως προς τον λόγο που χρησιμοποιεί.


Ο Μυριβήλης με τη σύζυγό του Ελένη Δημητρίου, πρόσφυγα από το Δικελί της Μικράς Ασίας που γνώρισε στη Μυτιλήνη, όταν ήταν αρχισυντάκτης της τοπικής εφημερίδας «Σάλπιγξ». Μαζί της απέκτησε τρία παιδιά
Μέσα στο πνεύμα αυτό, αν διαβάσουμε το έργο του Μυριβήλη που ακολούθησε τη Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια θα διαπιστώσουμε την προοδευτική εξέλιξη μιας πορείας που ξεκίνησε από μια σαφή και συγκεκριμένη αντιπολεμική ιδεολογία, αντιμετώπισε με δυσκολία την προσαρμογή της τραυματικής εμπειρίας του πολέμου και της αναμφισβήτητης αγάπης για την πατρίδα με τα δεδομένα της ειρηνικής κοινωνίας και τελικά κατέληξε να αναζητά την εθνική και φυλετική ουσία στο παρελθόν, μέσα στη λαϊκή παράδοση, που αποβαίνει έτσι υποθήκη για το μέλλον ως εθνική αυτογνωσία. Η Παναγιά η Γοργόνα, το τρίτο του μυθιστόρημα, όσο και αν στηρίζεται στην κοινωνία της προσφυγιάς, στην ουσία αποτελεί ένα ηθογραφικό πορτραίτο με διαστάσεις συλλογικές. Για τον λόγο αυτό άλλωστε και τα πρόσωπα του έργου δεν έχουν μυθιστορηματική αυτοτέλεια, αλλά αποτελούν επιμέρους όψεις ενός νησιωτικού πολιτισμού. Παράλληλα, η δύναμη της φύσης φανερώνει την υπεροχή της έναντι του λογικού, συνδέεται με λαϊκές δοξασίες, αλλά και με τον ερωτισμό και εκδηλώνεται με όλη την ορμή και τον ηδονισμό του, ιδιαίτερα στις νουβέλες Παν και Βασίλης ο Αρβανίτης.


Από αριστερά, Κώστας Μουσούρης, Μιχάλης Περάνθης, Πέλος Κατσέλης, Στράτης Μυριβήλης, 1964.(Προέλευση: «Η μεσοπολεμική πεζογραφία», εκδ. Παν. Σοκόλη, τ. ΣΤ', Αθήνα 1993, σ. 129)
Οι έννοιες του λυρισμού και του ρεαλισμού χάνουν τα όριά τους, γιατί η ρεαλιστική και ηθογραφική αποτύπωση της παράδοσης και των ανθρώπινων τύπων ανάγεται, μέσα από λυρικές εξάρσεις, σε όψη της ελληνικότητας, της ελληνικής φυλής. Μια φυλή τυραννισμένη και πληγωμένη από εκπατρισμούς. Μια φυλή γεννημένη μέσα στη θάλασσα. Στον Μυριβήλη η έννοια της φυλής διαδέχεται την έννοια του Γένους, ενώ η Μεγάλη Ιδέα μετενσαρκώνεται σε αναζήτηση της ελληνικότητας. Το φυσικό περιβάλλον στον Μυριβήλη δεν είναι μόνο αισθητικής τάξης, αλλά και γενεαλογικής, ως αρχέγονη πηγή της ύπαρξης του ελληνισμού, ως πηγή της Ιστορίας και του Πολιτισμού. Αργότερα, στα 1952, σε κείμενό του για την ελληνική θάλασσα, θα υποστηρίξει και ακραίες θέσεις, όπως για παράδειγμα ότι κάθε έργο τέχνης, προκειμένου να διατηρηθεί και να δικαιώσει την αξία του οφείλει να είναι εναρμονισμένο με το πνεύμα της φυλής που το δημιούργησε. Αλλιώς, είναι καταδικασμένο στην καταστροφή. Η γλώσσα του Μυριβήλη εναρμονίζεται πλήρως με τον στόχο του και αποτυπώνει σε μια ξεχωριστή προσπάθεια, μέσα από τις συνεχείς αναθεωρήσεις των κειμένων, όλη την εξέλιξη της σκέψης του. Αντλεί ακατάπαυστα από τη λαϊκή παράδοση, την κιβωτό του ελληνισμού, και μεταφέρει την προφορική διάλεκτο στον γραπτό λόγο χωρίς ωστόσο να προδώσει τη λογοτεχνική δημιουργία. Έχουν σημειωθεί βέβαια και κάποιες λεκτικές ακρότητες ή αστοχίες, αποτελέσματα ενός άκρατου δημοτικισμού. Η γλωσσική εκζήτηση, θεωρητικά ασύμβατη με τη ρεαλιστική ηθογραφία, οδήγησε την κριτική να μιλήσει για «ρεαλιστική ωραιολατρεία» ή για «κράμα ρεαλισμού και λυρισμού». Ωστόσο, η αδιάκοπη εκφραστική προσπάθεια του Μυριβήλη συγκροτεί ολόκληρο το έργο του σε ένα σύνολο και ουσιαστικά αναιρεί τις αντιθετικές του όψεις: παράδοση και ανανέωση, ρεαλισμός και λυρισμός μετουσιώνονται σε ένα σώμα, σε μια εσωτερικευμένη ποίηση της ζωής και της φύσης, με στόχο να προβάλουν την αξία και την ουσία του ελληνικού στοιχείου. Ο Στράτης Μυριβήλης συμπορεύθηκε με τη γενιά του '30, αλλά διακρίθηκε σε πολλά σημεία από τις επιδιώξεις της. Η πίστη στην παράδοση, η προσκόλληση στο νησιωτικό περιβάλλον και οι ηθογραφικές διαστάσεις του έργου του δεν εναρμονίζονται πλήρως με τα ζητούμενα της γενιάς αυτής. Ωστόσο, ο Μυριβήλης μέσα από την προσωπική του πορεία, με τους ξεχωριστούς δικούς του τρόπους, ανανεώνει την παράδοση και την ανάγει σε αξία συλλογική, αναζητά με πάθος την ελληνικότητα, εκφράζει την αναγεννητική ορμή της φύσης και τη βαθιά του πίστη στον άνθρωπο και στην πνευματική του ελευθερία, αποβαίνοντας έτσι ένας από τους κυριότερους εκφραστές του καιρού του.
* Η Ράνια Πολυκανδριώτη είναι ερευνήτρια στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του ΕΙΕ 
πηγή: Τα ΝΕΑ 


Μπορείτε να βρείτε βιογραφικά στοιχεία του Στρατή Μυριβήλη και στη Wikipedia

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ [1909-1990] - Βιογραφία


Γεννήθηκε στη Μονεμβασιά την Πρωτομαγιά του 1909. Η οικογένειά του, μεγαλοκτηματίες της περιοχής, καταστράφηκε οικονομικά λίγα χρόνια αργότερα και, το χειρότερο, βυθίστηκε στο πένθος. Το 1921 πεθαίνει φυματικός ο μεγάλος γιος, δόκιμος αξιωματικός του ναυτικού, καθώς και η μητέρα, το λατρεμένο πρόσωπο του ποιητή, από την ίδια αρρώστια. Το «νεκρό σπίτι» έμελλε να σφραγίσει τη ζωή και το έργο του. Τα πρώτα του ποιήματα δημοσιεύονται στη Διάπλαση των παίδων το 1924, με το ψευδώνυμο «Ιδανικό όραμα». Το 1925 εγκαθίσταται στην Αθήνα, όπου εργάζεται για λίγο ως δακτυλογράφος και αντιγραφέας συμβολαίων. Το επόμενο έτος προσβάλλεται κι αυτός από φυματίωση. Η ζωή του για πολλά χρόνια θα μοιράζεται ανάμεσα σε φθισιατρεία και σε διάφορες δουλειές με εξευτελιστικούς όρους (ηθοποιός, χορευτής, διορθωτής και επιμελητής κειμένων). Στο σανατόριο «Σωτηρία» όπου νοσηλεύεται (1927-30) μυείται στον μαρξισμό από μέλη του ΚΚΕ. Το «ιδανικό όραμα» ανακαλύπτει το κοινωνικό όραμα.
1934-36: Χρησιμοποιώντας τον παραδοσιακό στίχο, στις συλλογές Τρακτέρ(1934), Πυραμίδες (1935), εκφράζει τους νέους προσανατολισμούς του, επιχειρώντας μια ρήξη που αποδεικνύεται, όμως, αρκετά επώδυνη.
Τον Μάιο του 1936 η αιματηρή καταστολή της διαδήλωσης των απεργών καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη τού εμπνέει τον Επιτάφιο, αυτό το μοιρολόι της μάνας μπροστά στο σώμα του σκοτωμένου γιου της, που μετατρέπεται σε κοινωνική διαμαρτυρία. Αντίτυπα του Επιτάφιου ρίχτηκαν στην πυρά από τη δικτατορία της 4ηςΑυγούστου, μαζί με άλλα βιβλία, σε ειδική «τελετή» στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.
1937-43: Είναι η περίοδος της λυρικής έκρηξης. Το 1937, συγκλονισμένος από την ψυχική ασθένεια της αδελφής του Λούλας, που οδηγείται στο Δαφνί, γράφει Το τραγούδι της αδελφής μου (στο ίδιο ίδρυμα βρίσκεται ο πατέρας του από το 1932). Είναι το ποίημα που θα του εξασφαλίσει το «χρίσμα» από τον ηλικιωμένο Παλαμά: «Παραμερίζουμε, Ποιητή, για να περάσεις».
Η Εαρινή συμφωνία (1938) έρχεται να επουλώσει πληγές: ψυχική ανάταση μπροστά στο θαύμα του πρωτοφανέρωτου έρωτα. Στο Εμβατήριο του ωκεανού (1940) το όνειρο του μεγάλου ταξιδιού τρέφεται με μνήμες του μονεμβασιώτικου βράχου.
Την έντονη μουσικότητα διαδέχεται ένας υπόγειος ρυθμός στην Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής (1943), και στη Δοκιμασία (1943), όπου θα κάνουν την εμφάνισή τους σταδιακά συμβολικές αναφορές στη ζοφερή κατοχική πραγματικότητα.
1944-53: Σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής ο ποιητής είναι καθηλωμένος στο κρεβάτι από σοβαρή υποτροπή της αρρώστιας. Συμμετέχει στο καλλιτεχνικό τμήμα του ΕΑΜ. Πολλά από τα γραπτά του, μεταξύ των οποίων και ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, καταστράφηκαν στα Δεκεμβριανά. Στον Εμφύλιο, εξορίζεται στη Λήμνο (1948), στη Μακρόνησο (1949), στον Αϊ-Στράτη (1950). Απελευθερώνεται το 1952.

Από την Τελευταία π. Α. εκατονταετία (1942), που γράφεται παράλληλα με τηΔοκιμασία, αρχίζει μια καινούργια περίοδος, η οποία καλύπτει όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια. Πρόκειται σχεδόν αποκλειστικά για ποιήματα του αγώνα και της εξορίας, τα οποία, αν και διαφέρουν μορφολογικά μεταξύ τους, τα συνδέουν η θεματική συνάφεια και η νωπή ιστορική εμπειρία.

Η κοινότητα του πόνου θα εκφραστεί με τη μορφή του χορικού (Τρία χορικά,1944-47). Την εποποιία της Αντίστασης ζωντανεύουν τα δίδυμα έργα Ρωμιοσύνη καιΗ Κυρά των Αμπελιών (1945-47). Στον Πέτρινο χρόνο (1949), ο λόγος απογυμνώνεται, γίνεται κραυγή που ανεβαίνει από την κόλαση της Μακρονήσου. Συμπύκνωση, εξομολογητικότητα στα απέριττα Ημερολόγια εξορίας. Παράλληλα, ένα ποίημα ποταμός (5.500 στίχοι), Οι γειτονιές του κόσμου (1949-51), «χρονικό» της δεκαετίας 1940-50. Με πολλά ενδιάμεσα στάδια, ο κύκλος κλείνει με την Ανυπόταχτη πολιτεία (1952-53): συνειδητοποίηση του βάθους της ήττας της αριστεράς με την επιστροφή στη μουδιασμένη και «εκσυγχρονιζόμενη» Αθήνα. Προσπάθεια επανένταξης και εσωτερικός αγώνας για την ανάκτηση των χαμένων ελπίδων.
1954-67: Το 1954 ο Ρίτσος παντρεύεται τη γιατρό Γαρυφαλιά (Φαλίτσα) Γεωργιάδη. Τα χρόνια που ακολουθούν είναι ανάπαυλα ειρήνης και γαλήνης στο σπιτικό περιβάλλον. Τη γέννηση της κόρης του Έρης ακολουθεί το ευφρόσυνο Πρωινό άστρο (1955). Η εποχή αυτή θα φέρει καινούργια καρποφορία. Εσωτερικές διεργασίες και αντικειμενικές συνθήκες αποδεσμεύουν πολύτιμη ύλη που θα οδηγήσει το έργο του στην αιχμή της σύγχρονης ποίησης. Είναι η περίοδος των υψηλών συλλήψεων και των ευρηματικών μορφικών τρόπων τηςΤέταρτης διάστασης, που εγκαινιάζεται με την κλασική στην οικονομία της και την υποβλητική της γοητείαΣονάτα του σεληνόφωτος (1956, Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης).
Στα πολύστιχα αυτά ποιήματα –δραματικοί μονόλογοι τα περισσότερα– ο Ρίτσος με προσωπεία, σύγχρονα ή μυθολογικά, θα επιχειρήσει καταβυθίσεις στο σκοτεινό πηγάδι της ψυχής και του υποσυνείδητου, θα μιλήσει για τη μοναξιά, την ερωτική στέρηση, το γήρασμα του σώματος και των πραγμάτων (Σονάτα..., Το νεκρό σπίτι, 1959· Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού, 1960), θα αναδείξει την αξία της απλής ζωής όπου συντελείται το θαύμα, αποενοχοποιώντας τον αντιήρωα (Ισμήνη, 1972), θα ανατάμει τις συνειδησιακές συγκρούσεις του ατόμου-φορέα της κοινωνικής πράξης (Ορέστης, 1966· Φιλοκτήτης, 1965). Θα επιχειρήσει μια δυναμική ανακατάκτηση του χρόνου μέσα από την ατομική και ιστορική μνήμη (Όταν έρχεται ο ξένος, 1958).
Παράλληλα με τις συνθέσεις της Τέταρτης Διάστασης, καλλιεργεί συστηματικά το ολιγόστιχο ποίημα, που δείχνει να συμπυκνώνει τους πληθωρικούς μονολόγους. Λιτό, συχνά αινιγματικό, καταγράφει χαμηλόφωνα τις ελάχιστες χειρονομίες, τους ψυχικούς κραδασμούς, καθηλώνει το φευγαλέο καθαγιάζοντας την καθημερινότητα. Ο ποιητής διαλέγεται με τον κόσμο των πραγμάτων (έπιπλα, σκεύη, εργαλεία της δουλειάς), αυτών των «απλών, απτών, αδιανόητων και κατευναστικών αντικειμένων, αυτών των μικρών συσσωρευτών της χρήσιμης ανθρώπινης ενέργειας», καθώς λέει ο ίδιος σχολιάζοντας τις Μαρτυρίες (1963, 1966).

1967-72: Αμέσως μετά το πραξικόπημα του 1967, ο Ρίτσος οδηγείται πάλι στην εξορία (Γυάρος, Λέρος) και, στη συνέχεια, τίθεται σε κατ’ οίκον περιορισμό στη Σάμο έως το τέλος του 1970. Παράλληλα, αντιμετωπίζει το φάσμα του θανάτου (νοσηλεύεται στον «Άγιο Σάββα» φρουρούμενος). Από την άλλη, η διάσπαση του ΚΚΕ και η επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία κάθε άλλο παρά θα τονώσουν το ηθικό του. Και όμως, η ζοφερή επταετία θα είναι η πιο παραγωγική του περίοδος. Το πλήθος των βραβείων και των τιμητικών διακρίσεων στο εξωτερικό, όπως και οι μεταφράσεις ποιημάτων του σε διάφορες γλώσσες μαρτυρούν την ολοένα και μεγαλύτερη διεθνή απήχηση του έργου του.

Η τριπλή συλλογή Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα (1968) εκδόθηκε δίγλωσση στη Γαλλία: καταγγελία του καθεστώτος, έκφραση πικρίας, αλλά και αίσθημα «απορφανισμού», απόρροια της κρίσης στις σοσιαλιστικές χώρες. Χωρίς να λείπει η αντιστασιακή δόνηση, όπως στο χορικό Ο αφανισμός της Μήλος (1971), ή σταΔεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1973), το κύριο σώμα των ποιημάτων αυτών διαποτίζεται από αίσθηση ματαιότητας και θανάτου. Σε συλλογές όπως Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη (1974), Διάδρομος και Σκάλα (1973), Γραφή τυφλού (1979) εισβάλλει ο κόσμος του «ημερινού και νυχτερινού εφιάλτη». Ένας κόσμος σακατεμένος, παραμορφωμένος, παρανοϊκός.
Αλλά και σε μονολόγους της Τέταρτης Διάστασης (1972), όπως ο Αγαμέμνων, η Χρυσόθεμις, Η Ελένη, Η επιστροφή της Ιφιγένειας, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στο υπαρξιακό πεδίο. Είναι η ώρα των απολογισμών: ο Τρωικός Πόλεμος, η θυσία της Ιφιγένειας, η καθαρτήρια μητροκτονία θέτουν τώρα το τραγικό αναπάντητο ερώτημα: Προς τι;
Και όμως, κατά την περίοδο της δικτατορίας θα ακουστούν συνθέσεις εξόδου που προοιωνίζονται μια καρποφόρα δημιουργία, ενδεικτική της εγρήγορσης, της θεληματικότητας και του πάθους του ακατάβλητου ποιητή.
1972-83: Η Γκραγκάντα (1973) και το Κωδωνοστάσιο (1974) ευαγγελίζονται τον αντιδικτατορικό ξεσηκωμό (Πολυτεχνείο), αλλά και εγκαινιάζουν νέους εκφραστικούς τρόπους. Μετα-υπερρεαλιστική, εξπρεσιονιστική γραφή, αμάλγαμα λόγιας και λαϊκής γλώσσας. Ένας κόσμος ρευστός, όπου άνθρωποι, ζώα, πράγματα συνδιαλέγονται απειθάρχητα: «...Και τα λόγια διασταυρούμενα, ανταποκρίσεις, απομακρύνσεις, παρεξηγήσεις, τυχαίες συνέχειες –το πιότερο μονόλογοι– λόγια ασυνάρτητα, ασήμαντα, ερευνητικά, αναπάντητα, απαραίτητα...», σχολιάζει ο ίδιος. Ένα αλλόκοτο σύμπαν μυρμηγκιάζει στην αστείρευτη φαντασία του ποιητή. Ίσως αυτό να σημαίνει ο τίτλος Γίγνεσθαι (συγκεντρωτικός τόμος που εκδόθηκε το 1988), σε σχέση μ’ ένα προηγούμενο «είναι». Τα Επινίκια, επίσης συγκεντρωτικός τόμος που περικλείει ποιητικές συνθέσεις από το 1977 έως το 1983, ανακαλούν επικές μνήμες που προβάλλονται στο μέλλον. Ενορατικές συλλήψεις του υπερώριμου Ρίτσου, ο οποίος επενδύει, με όλη την ποιητική σκευή του και τον παράφορο λυρισμό του, άλλη μια φορά στο ιστορικό στοίχημα.
Προέκταση της ποίησής του η πεζή εννεαλογία Εικονοστάσιο ανώνυμων αγίων (1983-86), σύντηξη ατομικών και κοινωνικών βιωμάτων, αλλά και ερωτικών φαντασιώσεων.
Ο Γιάννης Ρίτσος πέθανε στις 11 Νοεμβρίου 1990, αφήνοντας  πενήντα (!) ανέκδοτες συλλογές ποιημάτων.
Οι συλλογές που εκδόθηκαν αμέσως μετά το θάνατό του με τον τίτλο Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα (1991) είναι η ύστατη χειρονομία του. Απογοητευμένος από τη διάψευση των προσδοκιών του, κοιτάζει κατάματα το θάνατο μεταγγίζοντας και τις τελευταίες στιγμές του στο λόγο. «Γεύση βαθιά του τέλους προηγείται του ποιήματος. Αρχή».
Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γιάννη Ρίτσου βλ. Βελουδής Γ., «Ρίτσος Γιάννης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, Κώττη Αγγελική, «Χρονολόγιο Γιάννη Ρίτσου», Νέα Εστία130, Χριστούγεννα 1991, αρ.1547, σ.4-9, Πετρόπουλος Θοδωρής, «Χρονολόγιο Γιάννη Ρίτσου», Διαβάζω205, 21/12/1988, σ.34-46, Κώττη Αγγελική, Γιάννης Ρίτσος · Ένα σχεδίασμα βιογραφίας, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1997 και Παππάς Γιάννης Η., «Χρονολόγιο Γιάννη Ρίτσου», Ελί - τροχος4-5, Χειμώνας 1994-1995, σ.15-31.

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

Γιώργος Σεφέρης - Βιογραφία



ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ


Ο Γιώργος Σεφέρης, όπως και αρκετοί άλλοι συγγραφείς της νεώτερης λογοτεχνίας μας (Κ.Π. Καβάφης, Κώστας Βάρναλης, Ηλίας Βενέζης, Τάσος Αθανασιάδης, Ανδρέας Εμπειρίκος, Στρατής Τσίρκας), προέρχεται από τον περιφερειακό Ελληνισμό. Γεννήθηκε, μαζί με τον εικοστό αιώνα, το 1900 στη Σμύρνη, και μάλιστα σε σημαδιακή ημερομηνία: 29 Φεβρουαρίου (με το παλιό ημερολόγιο), γεγονός στο οποίο αναφερόταν κάθε τόσο με τρόπο χιουμοριστικό. Όταν στα 1939 συναντήθηκε με τον Χένρυ Μίλλερ, ο Αμερικανός συγγραφέας τον ρώτησε πόσων χρόνων είναι και ο Σεφέρης τού απάντησε πως σε μερικούς μήνες θα γιόρταζε τα δέκατα γενέθλιά του!
Έχουν γραφτεί πολλά για την ελληνική Σμύρνη των αρχών του 20ού αιώνα, προτού δηλαδή μεταμορφωθεί από σύμβολο ευημερίας σε σύμβολο καταστροφής. Σήμερα, γεγονότα, πρόσωπα, αφηγήσεις και περιστατικά είναι τυλιγμένα στην αχλύ του θρύλου και της νοσταλγίας. Και όμως, ο Γιώργος Σεφεριάδης, πρωτότοκος γιος του Στέλιου Σεφεριάδη και της Δέσπως Τενεκίδη, αισθανόταν διαφορετικά τη σχέση του με τη γενέθλια πόλη. «Η Σμύρνη», θα γράψει, «ήταν το ανυπόφορο σχολειό, τα πεθαμένα βροχερά κυριακάτικα απογέματα πίσω από το τζάμι, η φυλακή. Ένας κόσμος ακατανόητος, ξένος και μισητός. Η Σκάλα του Βουρλά ήταν ό,τι αγαπούσα (...) ήταν για μένα ο μόνος τόπος που, και τώρα ακόμη, μπορώ να ονομάσω πατρίδα με την πιο ριζική έννοια της λέξης: ο τόπος όπου βλάστησαν τα παιδικά μου χρόνια (...) Αν η ζωή μου έγινε όπως έγινε και ξετυλίχτηκε πάνω σε δυο παράλληλους δρόμους  ένα δρόμο υποχρεώσεων, υπομονής και συμβιβασμών, κι έναν άλλον όπου περπάτησε χωρίς συγκατάβαση, ελεύθερο, το βαθύτερο εγώ μου  είναι γιατί γνώρισα κι έζησα, τα χρόνια εκείνα, δυο κόσμους ξεχωρισμένους καθαρά: τον κόσμο του σπιτιού της πολιτείας και τον κόσμο του σπιτιού της εξοχής».
Η οικογένεια Σεφεριάδη θα αποκτήσει δύο ακόμη παιδιά: την Ιωάννα (1902), μετέπειτα σύζυγο Κωνσταντίνου Τσάτσου, και τον πρόωρα χαμένο Άγγελο (1905-1950), που ξενιτεύτηκε και τον βρήκαν ένα πρωινό νεκρό στο μοναχικό δωμάτιό του στην Καλιφόρνια. Ο πατέρας, Στέλιος Σεφεριάδης, δικηγορούσε στη Σμύρνη, έγραφε ποιήματα, μετέφραζε αρχαίους Έλληνες τραγικούς και ξένους ποιητές. Λέγεται ότι ο δύσκολος Καβάφης ανέφερε συχνά στίχους του Στέλιου Σεφεριάδη. Προβλέποντας το αβέβαιο μέλλον του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία, ο Σεφεριάδης, που αργότερα θα γίνει καθηγητής του Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ακαδημαϊκός, μετέφερε το 1914 την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου ο ποιητής θα τελειώσει το σχολείο και θα αποκτήσει τους πρώτους ελλαδίτες φίλους. Το λόγιο οικογενειακό περιβάλλον θα επιδράσει και στα τρία παιδιά, αλλά ο πρωτότοκος γιος βρισκόταν συνεχώς κάτω από την παρακολούθηση του απαιτητικού και αυστηρού πατέρα.



Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 θα βρει τον Σεφέρη φοιτητή στο Παρίσι, όπου, κατά τον δικό του λόγο, σπούδαζε «νομικά και πολλή λογοτεχνία». Το τραύμα της Καταστροφής θα παραμείνει βαθύ και ανεπούλωτο στην υπόλοιπη ζωή του ποιητή. Στο Παρίσι της εποχής εκείνης, όπως θυμάται ο Θανάσης Πετσάλης Διομήδης, υπήρχαν «πολλοί νεαροί Έλληνες που σπούδαζαν και άνοιγαν τα μάτια τους»: ο γλύπτης Μιχ. Τόμπρος, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Γ.Κ. Κατσίμπαλης, ο Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας, ο Άγγελος Κατακουζηνός, ο μουσικός Πετρίδης, ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Ηλίας Τσιριμώκος, η Ελένη Χαλκούση. Στην κρίσιμη για τη διαμόρφωση της δημιουργικής του πορείας δεκαετία 1920-30, ο Σεφέρης βρίσκεται υπό τον αστερισμό της γαλλικής λογοτεχνίας, παλαιότερης και σύγχρονης, και ιδίως υπό την σκιά του Λαφόργκ και του Βαλερύ. Γράφει και σκίζει στίχους σε μια προσπάθεια να αρθρώσει την προσωπική του φωνή. Η πεπατημένη δεν τον ικανοποιεί. Θέλει να απαλλάξει τον λόγο του από τον υπερβολικό συναισθηματισμό των εύκολων στίχων και πειραματίζεται με ρυθμούς και μέτρα που δεν ήταν οικεία στη σύγχρονή του ελληνική ποίηση. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη του συλλογή (Στροφή», 1931) εμφανίζεται όταν ο ίδιος έχει κιόλας περάσει τα τριάντα του χρόνια, ηλικία μάλλον εκπρόθεσμη, αν σκεφτούμε πότε πρωτοεμφανίστηκαν, με πρωτόλεια έστω, παλαιότεροι ή περίπου συνομήλικοί του ποιητές. Η αντιφατική υποδοχή που επεφύλαξε η κριτική στη «Στροφή» και η έκδοση ενός ολόκληρου βιβλίου που προσπαθούσε να προσδιορίσει τα καινοφανή στοιχεία της συλλογής, γραμμένο από έναν μόλις εικοσάχρονο κριτικό που άκουγε στο όνομα Αντρέας Καραντώνης, μοιάζει μ' ένα περίεργο στοίχημα που δικαιώθηκε από τον χρόνο.

Το 1925 επιστρέφει στην Ελλάδα και στο τέλος της επόμενης χρονιάς διορίζεται στο υπουργείο των Εξωτερικών. Οι συνεχείς υπηρεσιακές του μετακινήσεις από εδώ και στο εξής θα επιτείνουν στη συνείδησή του το αίσθημα του ανέστιου και του πρόσφυγα. Περίπου τα 25 από τα συνολικώς 35 χρόνια της καριέρας του στο υπουργείο θα τα υπηρετήσει σε διάφορα πόστα εκτός Ελλάδος: Λονδίνο (1931-34), Κορυτσά (1936-37), Αίγυπτος - Νότιος Αφρική (1941-44), Άγκυρα (1948-50), Λονδίνο (1950-51), Βηρυτός (1952-56, με αρμοδιότητες για τον Λίβανο, τη Συρία, την Ιορδανία και το Ιράκ), για να τερματίσει τη σταδιοδρομία του ως πρέσβης στο Λονδίνο και πάλι, κατά το κρίσιμο διάστημα (1957-62), που θα οδηγήσει στην ανεξαρτησία τής Κύπρου. Αν τον συγκρίνουμε, λ.χ., με τον Παλαμά, ο οποίος έζησε στην Αθήνα την «ασάλευτη ζωή» του, ή ακόμη και με τον Καβάφη, ο οποίος ταυτίστηκε, σχεδόν αμετακίνητος, με τη γενέθλια Αλεξάνδρειά του, ο Σεφέρης εκπροσωπεί τον πλάνητα Οδυσσέα, τον άνδρα-σύμβολο που «πολλών ανθρώπων οίδεν άστεα και νόον έγνω», μαστιζόμενος από τη νοσταλγία της επιστροφής στην εστία του. Τη θαλπωρή της εστίας θα την αισθανθεί ο ποιητής μόνον κατά τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του, όταν θα αποσυρθεί από την υπηρεσία και θα εγκατασταθεί στο σπίτι της οδού Άγρας, πίσω από το Παναθηναϊκό Στάδιο.


Νόμπελ 1963. Με τη βράβευσή του ικανοποιήθηκε έπειτα από πολλές δεκαετίες ένα «εθνικό απωθημένο», ακούστηκαν όμως διάφορες μικρότητες και επιχειρήθηκαν άκαιρες συγκρίσεις. Στην επιστροφή του από τη Στοκχόλμη δεν βρέθηκε ούτε ένας κρατικός επίσημος ή ένας εκπρόσωπος των λογοτεχνικών σωματείων να τον υποδεχθεί και, φυσικά, δεν υπήρχε ακόμη στην Ελλάδα η πανταχού παρούσα σήμερα τηλεόραση...
Στο Λονδίνο του 1931 θα έρθει για πρώτη φορά σε επαφή με την ποίηση του Έλιοτ. «Παραμονές Χριστούγεννα του 1931», θα γράψει πολύ αργότερα, «κοίταζα σ' ένα βιβλιοπωλείο της Όξφορντ Στρητ χριστουγεννιάτικα δελτάρια. Τότες, για πρώτη φορά, ανάμεσα στις πολύχρωμες λιθογραφίες, έπιασα στα χέρια μου ένα ποίημα του Έλιοτ. Ήταν η "Μαρίνα"». Με τον αμερικανικής καταγωγής Άγγλο ποιητή θα γνωριστεί προσωπικώς ο Σεφέρης μόλις το 1951, και θα μας αφήσει εξαιρετικά ενδιαφέρουσες πληροφορίες και στιγμιότυπα στη δοκιμή που δημοσίευσε όταν το 1965 πέθανε ο Έλιοτ. Η ποιητική σχέση Έλιοτ-Σεφέρη αποτέλεσε κατά καιρούς θέμα παρεξηγήσεων, εύκολων συνειρμών και άκριτων συσχετισμών. Πρόκειται για δυο παράλληλες ποιητικές συνειδήσεις που τις χωρίζουν πολυάριθμες διαφορές και τις ενώνουν αρκετές συγγένειες.
Το 1935, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, στάθηκε το κρίσιμο έτος για τη νεωτερική ποίηση στην Ελλάδα. Τον Ιανουάριο κυκλοφορεί το περιοδικό «Τα Νέα Γράμματα», τον Μάρτιο ο Ανδρέας Εμπειρίκος τυπώνει την «Υψικάμινο» και ο Σεφέρης τη συλλογή του «Μυθιστόρημα», τον Νοέμβριο θα δημοσιεύσει τα πρώτα του ποιήματα ο Οδυσσέας Ελύτης. Στα «Νέα Γράμματα», που τηρούν συμβιβαστική στάση απέναντι στην παράδοση και τον μοντερνισμό, ο Σεφέρης θα δημοσιεύσει ποιήματα, δοκίμια και μεταφράσεις του, ανάμεσά τους και η «Έρημη Χώρα» του Έλιοτ (1936). Τη χρονιά αυτή θα αρχίσει και η ερωτική του σχέση με τη Μαρώ. Ο δεσμός ενός διπλωμάτη με μια παντρεμένη γυναίκα (που έχει κιόλας δύο παιδιά) τείνει να λάβει διαστάσεις σκανδάλου. Η απροσδόκητη υπηρεσιακή μετάθεση του ποιητή στην Κορυτσά το 1937, λέγεται ότι οφείλεται σε παρασκηνιακές ενέργειες του πατέρα του, για να τον απομακρύνει από την Αθήνα. Όπως συμβαίνει, όμως, με όλους τους ερωτευμένους, η απόσταση και οι δυσκολίες επικοινωνίας θέρμαναν περισσότερο το πάθος, αντί να το κάνουν να καταλαγιάσει. Λίγες ημέρες μετά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα (10 Απριλίου 1941), ο Σεφέρης θα παντρευτεί τη Μαρώ και θα φύγουν μαζί με την ελληνική κυβέρνηση για την Αίγυπτο. Χαριτολογώντας, ο ποιητής έλεγε ότι κουμπάρος τους στάθηκε ο Χίτλερ.


Με τη Μαρώ. Η ερωτική τους σχέση αρχίζει το 1936. Η απροσδόκητη υπηρεσιακή μετάθεση του ποιητή στην Κορυτσά, το 1937, λέγεται ότι οφείλεται σε παρασκηνιακές ενέργειες του πατέρα του, για να τον απομακρύνει από την Αθήνα. Όπως συμβαίνει, όμως, με όλους τους ερωτευμένους, η απόσταση και οι δυσκολίες επικοινωνίας θέρμαναν περισσότερο το πάθος, αντί να το κάνουν να καταλαγιάσει. Παντρεύτηκαν το 1941
Στην Κορυτσά του 1937 θα αρχίσει η έκτοτε ισόβια και γόνιμη, μα τελικώς ανολοκλήρωτη προσπάθεια του Σεφέρη να οικειωθεί, να ερμηνεύσει και να εντάξει την περίπτωση του Καβάφη στη νεωτερική ποίηση. Οι απόψεις του για τον Αλεξανδρινό, «γι' αυτό το μυθιστορηματικό, μυθικό, αλχημικό πρόσωπο που μου είναι πολύ συχνά ακατανόητο», όπως έλεγε λίγα χρόνια πριν, αρχίζουν να αλλάζουν. Θα καταλάβει καλύτερα τον Καβάφη, μόλις βρεθεί στα χρόνια του πολέμου στην Αίγυπτο. Πολύ αργότερα, ο Στρατής Τσίρκας θα αφιερώσει ένα από τα καβαφικά του βιβλία στον Σεφέρη, «που μας έμαθε να διαβάζουμε σωστότερα τον Καβάφη». Φεύγοντας το 1941 από την Ελλάδα, ο Σεφέρης είχε συγκεντρώσει και εκδώσει το σύνολο τής έως τότε ποιητικής παραγωγής του σε τρία βιβλία, που κυκλοφόρησαν ταυτόχρονα το 1940 («Ποιήματα, 1», «Τετράδιο γυμνασμάτων» και «Ημερολόγιο καταστρώματος»), σε μια προσπάθεια να δημοσιοποιηθεί το έως τότε έργο του, μια και ο πόλεμος φαινόταν να καταργεί το μέλλον.
Η παραμονή του ποιητή εκτός Ελλάδος κατά τα χρόνια 1941-44, θα αποβεί μια από τις παραγωγικότερες περιόδους του. Θα δώσει διαλέξεις, θα εκδώσει βιβλία του («Δοκιμές», «Ημερολόγιο καταστρώματος, β'»), θα πρωτοστατήσει σε εκθέσεις για τον αντικατοχικό αγώνα στην Ελλάδα, θα συμβάλει αποφασιστικά στην έκδοση έργων του Σικελιανού και του Κάλβου στην Αίγυπτο, θα γράψει (για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του) περιστασιακά κείμενα και, τέλος, θα συνεργαστεί με γαλλόφωνα και αγγλόφωνα περιοδικά του Καΐρου. Η αρχή του πολέμου και η λήξη της εχθρικής Κατοχής στην Ελλάδα οριοθετούνται με δύο μείζονα ποιήματα του: «Ο βασιλιάς της Ασίνης» (1940), «Τελευταίος σταθμός» (1944). Στα λιγοστά χρόνια που θα παραμείνει στην Αθήνα μετά την απελευθέρωση, γνωρίζει τη φρίκη του εμφύλιου σπαραγμού και θα συνοψίσει τις εμπειρίες του πολέμου, μα και της αδερφοκτόνου συνέχειάς του στην «Κίχλη» (1947), τριμερές, ερμητικό ποίημα, που η κριτική το υποδέχτηκε με άστοχες κοινοτοπίες.
Έπειτα από μια σύντομη παραμονή στο Λονδίνο, θα βρεθεί στην πρεσβεία της Άγκυρας, και απ' εκεί στη Βηρυτό, απ' όπου θα ταξιδέψει ιδιωτικώς τρεις φορές (1953-55) στην κοντινή Κύπρο και θα ανακαλύψει έναν τόπο «όπου λειτουργεί ακόμη το θαύμα». Τα κυπριακά του ποιήματα αυτών των χρόνων, που παρεξηγήθηκαν και, σχεδόν, χλευάστηκαν όταν κυκλοφόρησαν («... Κύπρον, ου μ' εθέσπισεν...», 1955) σηματοδοτούν τον αμετακίνητο πνευματικό δεσμό του με την Κύπρο και, παράλληλα, καθιερώνουν τη Μεγαλόνησο στη νεώτερη λογοτεχνία μας ως ποιητικό τόπο-θέμα, κάτι ανάλογο προς την Αλεξάνδρεια του Καβάφη (και αργότερα του Λώρενς Ντάρρελ, του Ρόμπερτ Λίντελ και του Στρατή Τσίρκα). Η αγάπη του και η αγωνία του για την τύχη του νησιού εκφράστηκε ποικιλοτρόπως. Όταν κάποτε εκδοθεί ο τρίτος τόμος του πολιτικού του ημερολογίου, θα αποκαλυφθούν αρκετές λεπτομέρειες για τη σθεναρή και υπερήφανη στάση του στο Κυπριακό και, ταυτόχρονα, θα εκτιμηθεί η διορατικότητά του και οι δυσοίωνες προβλέψεις του για το μέλλον της Κύπρου, που επαληθεύτηκαν με τραγικό τρόπο το 1974.


Στο Λονδίνο. Τη διπλωματική του σταδιοδρομία τερμάτισε ως πρέσβης στη βρετανική πρωτεύουσα κατά το κρίσιμο διάστημα (1957 - 1962) που θα οδηγήσει στην ανεξαρτησία της Κύπρου. Στη φωτογραφία, από την πρεσβευτική κατοικία, ο ποιητής συνομιλεί με τους πρωθυπουργούς της Βρετανίας Χάρολντ Μακ Μίλαν και της Ελλάδας Κωνσταντίνο Καραμανλή
Οι συνεχείς εκτός Ελλάδος μετακινήσεις του Σεφέρη, με σύντομα διαλείμματα παραμονής στην Αθήνα, με λιγοστές εμφανίσεις κειμένων του σε περιοδικά και εφημερίδες και με περίπου περιθωριακή ανάμειξη στην τρέχουσα πνευματική ζωή της πρωτεύουσας, συντηρούσαν μιαν ασαφή εικόνα για τον άνθρωπο και το έργο στα μάτια των νεώτερων ομοτέχνων του, τουλάχιστον έως το 1961, όταν εκδόθηκε ο τιμητικός τόμος για τα τριάντα χρόνια της «Στροφής». Όπως έχει παρατηρηθεί, «αυτός ο καθωσπρέπει διπλωμάτης, έννοια και ιδιότητα με πολύ μεγαλύτερη αίγλη στα χρόνια του Σεφέρη απ' ό,τι σήμερα, ασφαλώς θα φάνταζε ασυγχρόνιστος και εκτός κλίματος στα μάτια των νεωτέρων του που ανδρώνονταν στη μετεμφυλιακή Ελλάδα». Γι' αυτό, ίσως, και κατά τη βράβευσή του με το Νόμπελ το 1963, όταν ικανοποιήθηκε έπειτα από πολλές δεκαετίες ένα «εθνικό απωθημένο», ακούστηκαν διάφορες μικρότητες και επιχειρήθηκαν άκαιρες συγκρίσεις. Στην επιστροφή του από τη Στοκχόλμη, δεν βρέθηκε ούτε ένας κρατικός επίσημος ή ένας εκπρόσωπος των λογοτεχνικών σωματείων να τον υποδεχθεί και, φυσικά, δεν υπήρχε ακόμη στην Ελλάδα η πανταχού παρούσα σήμερα τηλεόραση... Η τελική ανακεφαλαίωση της ζωής του θα γίνει με τη συλλογή «Τρία κρυφά ποιήματα» (1966), λίγο πριν από τη δικτατορία του 1967. Χωρίς αναμείξεις σε εκδηλώσεις και χωρίς δημόσιες εμφανίσεις, πέρασε και τα τελευταία χρόνια της ζωής του, φροντίζοντας και τακτοποιώντας το έργο του. Ήταν, επομένως, εύλογη η έκπληξη για την καθυστερημένη, ανοιχτή αντίθεσή του προς τους συνταγματάρχες, με τη «Δήλωση» του 1969, αντίθεση που συνεχίστηκε με το ποίημα «Οι γάτες τ' Άη Νικόλα» το 1970 στα «Δεκαοχτώ Κείμενα» και με τους έσχατους στίχους του «Επί ασπαλάθων» το 1971. Ο θάνατός του (20.9.1971) και η πάνδημη κηδεία του δύο ημέρες αργότερα στάθηκε έκφραση ελευθεροφροσύνης του λαού που τον συνόδεψε στην τελευταία του κατοικία.
Ο Σεφέρης υπήρξε κεντρική μορφή της νεωτερικής ποίησης, από τους βασικότερους εκφραστές του ελληνικού μοντερνισμού. Τα ποιήματά του συνδυάζουν το ελληνικό πολιτισμικό παρελθόν και την ευρωπαϊκή πρωτοπορία του καιρού του. Τα δοκίμιά του, στις καλύτερες στιγμές τους, είναι υποδείγματα γλωσσικής καθαρότητας και εκφραστικής σαφήνειας. Οι ποικίλες μεταφράσεις του μας γνώρισαν κρίσιμα και βασικά έργα της ξένης γραμματείας. Οι αλλεπάλληλες εμφανίσεις ανέκδοτων γραπτών του μετά τον θάνατό του επιβεβαιώνουν την άγρυπνη, σχεδόν βασανιστική σχέση του με τη γραφή και τονίζουν την ενότητα οράματος και αντιλήψεων για τη ζωή και την τέχνη, ενότητα που μόνον οι μεγάλοι δημιουργοί διαθέτουν και είναι σε θέση να εκφράσουν.
*Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος είναι Βιβλιογράφος - ποιητής

ΠΗΓΗ: ΤΑ ΝΕΑ
http://seferisgiorgos.blogspot.com/2008/06/blog-post_4361.html (Ιστολόγιο αφιερωμένο στο Γιώργο Σεφέρη)
http://el.wikipedia.org/wiki/Γιώργος_Σεφέρης (Ο Γιώργος Σεφέρης στη Βικιπαίδεια)

http://nobelprize.org/nobel_prizes/literature/laureates/1963/seferis-bio.html(Βιογραφία του ποιητή στα Αγγλικά)

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009

Γρηγόριος Ξενόπουλος - Βιογραφικό σημείωμα

 ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ (1867-1951)


Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος γεννήθηκε το 1867 στο Φανάρι, πρωτότοκος γιος του ζακύνθιου πρώην στρατιωτικού και εμπόρου Διονυσίου Ξενόπουλου με καταγωγή από την Πελοπόννησο και της πολίτισσας Ευθαλίας Θωμά. Σε βρεφική ηλικία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Ζάκυνθο. Εκεί η οικογένειά του απέκτησε πέντε ακόμη παιδιά, τέσσερα κορίτσια και ένα αγόρι. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στη Ζάκυνθο με σημαντική βοήθεια από τη μητέρα του και στη συνέχεια έφυγε για σπουδές στην Αθήνα, όπου και παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Στην Αθήνα παρακολούθησε πανεπιστημιακά μαθήματα Φυσικομαθηματικών Επιστημών, Βιολογίας, Φιλοσοφίας και Φιλολογίας, ενώ επιδόθηκε επίσης στην εκμάθηση ξένων γλωσσών. Η πρώτη του παρουσία στα γράμματα πραγματοποιήθηκε το 1879 από τις στήλες του περιοδικού Η Διάπλασις των παίδων. Το 1884 υπέβαλε το διήγημα Του Ελληνικού αγώνος το τριακοσιάδραχμον έπαθλον στο λογοτεχνικό διαγωνισμό της Εστίας. Το έργο αποκλείστηκε λόγω του σατιρικού χαρακτήρα του και τον επόμενο χρόνο ο Ξενόπουλος δημοσίευσε το πρώτο του αισθητικό δοκίμιο με τίτλο Περί Κάλλους στο Αττικόν Ημερολόγιον του Ειρηναίου Ασώπιου. Το 1884 έγραψε το πρωτόλειο ρομαντικής υφής μυθιστόρημα Ο άνθρωπος του κόσμου. Αθηναϊκή μυθιστορία. Από το 1890-1910 υπήρξε μέλος της Σοσιαλιστικής Νεολαίας και ένθερμος οπαδός του Πλάτωνα Δρακούλη. Το 1893 έγινε γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους με τη νουβέλα Μαργαρίτα Στέφα, γραμμένη στην καθαρεύουσα (το τελευταίο έργο του πριν τη χρησιμοποίηση της δημοτικής στα κείμενά του). Δύο χρόνια αργότερα πραγματοποιήθηκε η πρώτη εμφάνισή του στο θεατρικό χώρο με δύο έργα που παραστάθηκαν από το θίασο του Παναγή Λεκατσά, τον Ψυχοπατέρα και τον Τρίτο. Έτσι στα τέλη του προηγούμενου αιώνα ο Ξενόπουλος είχε περάσει στην επαγγελματική συγγραφική δραστηριότητα σε ποικίλα είδη του πεζού λόγου (μυθιστόρημα, διήγημα, νουβέλα, παιδική λογοτεχνία, θέατρο, χρονογράφημα, δοκίμιο, κριτική). Συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες της εποχής (Ραμπαγάς, Εβδομάς, Εικονογραφημένη Εστία, Παναθήναια, Καθημερινή, Εστία και κυρίως με το περιοδικό Διάπλασις των παίδων, στο οποίο αρθρογραφούσε επί πενήντα χρόνια στην τακτική στήλη του με το ψευδώνυμο Φαίδων), ενώ υπήρξε ιδρυτής της Νέας Εστίας (1927) στην οποία παρέμεινε διευθυντής ως το 1934, συνιδρυτής (μαζί με τους Καζαντζάκη, Παλαμά και Σικελιανό) της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών (1934) και διευθυντής της Εικονογραφημένης Εστίας κατά τη διετία 1894-1895. Το 1894 παντρεύτηκε την Ευφροσύνη Αχιλ. Διογενίδη, με την οποία απέκτησε μια κόρη τη Λεονή, ο γάμος του όμως διαλύθηκε ένα χρόνο αργότερα. Το 1906 αρραβωνιάστηκε την Χριστίνα Κανελλοπούλου, με την οποία παντρεύτηκε το 1901 και απέκτησε δυο κόρες, την Κάκια και τη Λουλού. Το 1912 τιμήθηκε με το παράσημο του Αργυρού Σταυρού του Σωτήρος, το 1923 με το Εθνικό Αριστείο των Γραμμάτων και των Τεχνών και το 1932 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής έδρασε στα πλαίσια του Ε.Α.Μ. και το 1944 άγνωστοι ανατίναξαν το σπίτι του στην οδό Ευριπίδου με αποτέλεσμα να χαθεί το τεράστιο αρχείο του. Μετά το 1947 αντιμετώπισε έντονες οικονομικές δυσκολίες. Πέθανε το 1951 σε ηλικία 84 χρόνων. Το λογοτεχνικό έργο του τοποθετείται στην ανανεωτική τάση της πεζογραφίας που αντιτάχθηκε στη γενιά του 1880. Ως πεζογράφος ο Ξενόπουλος ξεκίνησε από το χώρο της ηθογραφίας και πέρασε γρήγορα στο ρεαλιστικό (και αργότερα νατουραλιστικό) αστικό μυθιστόρημα με στοιχεία κοινωνικού προβληματισμού, το οποίο υποστήριξε και θεωρητικά, με έντονες επιρροές από το έργο των Ονορέ ντε Μπαλζάκ και Εμίλ Ζολά. Σημειώνονται εδώ μυθιστορήματά του Ο κόκκινος βράχος, Λάουρα, Η Αναδυομένη, Πλούσιοι και Φτωχοί και Τίμιοι και άτιμοι. Άξια λόγου είναι επίσης η κριτική δραστηριότητά του, στην οποία συμπορεύτηκε με τον Κωστή Παλαμά προς την ανανέωση του κριτικού λόγου, την προβολή της σύγχρονής του λογοτεχνικής παραγωγής και την αποκατάσταση της παλιότερης. Η γλώσσα του στο μεγαλύτερο μέρος του έργου του είναι η απλή δημοτική, η οποία βοήθησε στην προώθηση της φυσικότητας των διαλόγων στα έργα του, φυσικότητας που μαζί με την τεχνική αρτιότητα αποτέλεσαν τα βασικά προτερήματα της γραφής του. Εξάλλου στην τεράστια σε όγκο δραματική παραγωγή του κυριαρχούν επιρροές από τον Ίψεν και το αστικό και νατουραλιστικό γαλλικό θέατρο, καθώς επίσης ρομαντικά και μελοδραματικά στοιχεία, ενώ αξιοσημείωτη είναι η θεατρικότητα της γραφής του και η φροντισμένη ψυχογραφική προσέγγιση των ηρώων του. Σημαντική υπήρξε η συνεργασία του με τη Νέα Σκηνή του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου με το Μυστικό της Κοντέσσας Βαλέραινας το 1904, παράσταση-ορόσημο στην προσπάθεια ανανέωσης της ελληνικής θεατρικής πρακτικής (που είχε ξεκινήσει το 1895 με την παράσταση του Ψυχοπατέρα). Από τα θεατρικά του έργα αναφέρουμε επίσης ενδεικτικά τη Στέλλα Βιολάντη, τη Φωτεινή Σάντρη, τη Ραχήλ, το Ψυχοσάββατο, τον Πειρασμό και τον Ποπολάρο.
1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γρηγόριου Ξενόπουλου βλ. Μαλαφάντης Κωνσταντίνος Δημ., «Χρονολόγιο Γρηγορίου Ξενόπουλου (1867-1951)», Διαβάζω265, 12/6/1991, σ.18-25, Σπάθης Δημήτρης, «Ξενόπουλος Γρηγόριος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό7. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987, Τροπαιάτης Άλκης, «Ξενόπουλος Γρηγόριος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Φαρίνου - Μαλαματάρη Γ., «Γρηγόριος Ξενόπουλος», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΘ’ (1900-1914), σ.288-333. Αθήνα, Σοκόλης, 1997.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009

Κέντρου - Αγαθοπούλου Μαρία (1930 - )

Βιογραφικό 

Η Μαρία Κέντρου - Αγαθοπούλου γεννήθηκε το 1930 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει, από γονείς Μικρασιάτες. Στην ίδια πόλη έκανε τις εγκύκλιες σπουδές της. Ως ποιήτρια εμφανίστηκε στα γράμματα το 1961 με την ποιητική συλλογή "Ψυχή και τέχνη". Ακολουθούν από τότε άλλες δώδεκα, με τελευταία την ποιητική συλλογή "Σαλκίμ". Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Εταιρείας Συγγραφέων. 
Συνεργάστηκε με τα λογοτεχνικά περιοδικά: "Νέα Πορεία", "Διαγώνιος", "Τραμ", "Εντευκτήριο", "Παρατηρητής", "Παραφυάδα", "Διαβάζω", "Η λέξη", "Γράμματα και τέχνες", "Οδός Πανός", "Ρεύματα".
Εκτός από ποίηση, δημοσιεύει σε περιοδικά κριτικά δοκίμια, για ποιητικά κατ' εξοχήν βιβλία. Παράλληλα με την ποίηση γράφει-δημοσιεύει και διηγήματα. Ποιήματά της έχουν περιληφθεί σε πολλές ελληνικές και ξένες ανθολογίες κι έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, πολωνικά, ρουμανικά, ισπανικά και σερβικά. Διηγήματά της βρίσκονται σε γερμανικές ανθολογίες.
Το ποίημά της "Ο μοτοσυκλετιστής" διδάσκεται στην Γ' Λυκείου, από τα βιβλία "Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας".
ΚΕΝΤΡΟΥ-ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΡΙΑ
Βραβεία 

Βραβείο Δήμου Θεσσαλονίκης για το βιβλίο της "Διασταυρώσεις" (1964), ως ανέκδοτη συλλογή.
Βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου για το βιβλίο της "Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών" (1994).
Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών για το βιβλίο διηγημάτων "Η παραίτηση" (2003).

Εργογραφία 

Ποίηση: "Ψυχή και τέχνη" (1961), "Διασταυρώσεις" (1965), "Περίπτωση σιωπής" (1968), "Μεγεθύνσεις" (Νέα Πορεία, 1971), "Αρμιλλάρια" (Νέα Πορεία, 1973), "Τα τοπία που είδα" (Νέα Πορεία, 1975), "Τα επακόλουθα" (Νέα Πορεία, 1978), "Θαλασσινό ημερολόγιο" (Διαγώνιος, 1981), "Μετανάστες του εσωτερικού νερού" (Διαγώνιος, 1985), "Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών" (Διαγώνιος, 1993), "Επιλογές και σύνολα. Ποιήματα 1965-1995" (Νησίδες: Σκόπελος, 2001), "Σαλκίμ" (Νεφέλη, 2001), "Σεντόνια της αγρύπνιας" (Μεταίχμιο, 2006).

Πεζά: "Συνοικισμός σιδηροδρομικών" (Κέδρος, 1998), "Στο δωμάτιο" (Νεφέλη, 1999), "Η παραίτηση" (Κέδρος, 2002), "Οι μικρές χαρές" (Μεταίχμιο, 2005).

Δοκίμια: "Δοκιμασία και δοκιμασίες" (Νησίδες: Σκόπελος, 1999).

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ



 Βιογραφικό Σημείωμα

Η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953. Σπούδασε Νομικά και Φιλολογία. Εργάζεται ως καθηγήτρια στη Μέση Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει ως τώρα επτά βιβλία ποίησης και ένα με πεζά κείμενα. Δουλειά της έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες και έχει δημοσιευτεί σε ελληνικά και ξένα λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες ποίησης.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Τα άλογα του Μυροβλήτου, Αθήνα, ιδιωτική έκδοση, 1974, σελ. 20

Ηγησώ, Αθήνα, Κείμενα, 1979, σελ. 48

Χώμα, Αθήνα, Κέδρος, 1984, Κ.Α. σελ. 72

Η προσευχή του αναιδούς, Αθήνα, Καστανιώτης, 1991. σελ. 80
ΙSBN: 960-03-0808-Χ

Το κυπαρίσσι των εργατικών, Αθήνα, Καστανιώτης, 1995, σελ. 80 ΙSBN: 960-03-0411-4

Ακτή στο φως του χειμώνα, διηγήματα, Αθήνα, Καστανιώτης, 1996, σελ. 132 ISΒΝ: 960-03-1470-5

Φορτίο, Αθήνα, Καστανιώτης, 1997, σελ. 104 ISBN: 960-03-1904-9

Προς τα κάτω, Αθήνα, Νεφέλη, 1999, σελ. 110 ISBN: 960-211-498-3

ΠΗΓΗ: http://www.greece2001.gr/writers/DimitraXristodoulou.html

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

Χάινριχ Μπελ - Βιογραφία

alt text

«Γεννήθηκα στην Κολωνία όπου ο Ρήνος, κορεσμένος πια από τη γοητεία της διαδρομής του, απλώνεται στην πλατιά πεδιάδα και καταλήγει στην ομίχλη της Βόρειας Θάλασσας· εκεί όπου ποτέ δεν πήραν στα σοβαρά την πολιτική εξουσία, κι ακόμη λιγότερο την εκκλησιαστική· εκεί όπου έριξαν γλάστρες στον Χίτλερ και γελοιοποίησαν δημοσίως τον Γκαίρινγκ· [...] Γεννήθηκα στην Κολωνία που είναι διάσημη για τον γοτθικό μητροπολιτικό ναό της ενώ θα έπρεπε να είναι περισσότερο διάσημη για τις ρωμαϊκές εκκλησίες της· στην Κολωνία που φιλοξένησε, και ξεπούλησε, την αρχαιότερη εβραϊκή κοινότητα της Γερμανίας· η πολιτική συνείδηση και το χιούμορ δεν κατάφεραν να πλήξουν το Κακό, εκείνο το χιούμορ, τόσο περιβόητο όσο και ο μητροπολιτικός ναός, τρομαχτικό στην επίσημη μορφή του, μεγαλειώδες και σοφό στην καθημερινότητα». Το απόσπασμα τούτο από ένα αυτοβιογραφικό δοκίμιο που έγραψε ο Χάινριχ Μπελ το 1959, δείχνει ότι το αντικείμενο και η στάση του συγγραφέα προσδιορίστηκαν κατά μείζονα λόγο από τον τόπο και τον χρόνο γέννησής του.

ΠΗΓΗ:ΤΟ ΒΗΜΑ

Ο Χάινριχ Μπελ γεννήθηκε το 1917 στην Κολονία. Για το έργο του τιμήθηκε μεταξύ άλλων το 1967 με το βραβείο Buchner και το 1972 με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Διετέλεσε πρόεδρος του PEN-Club της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας καθώς και του αντίστοιχου διεθνούς. Πέθανε στις 16 Ιουλίου 1985. Μεταξύ άλλων στα ελληνικά κυκλοφορούν τα έργα του: Η χαμένη τιμή της Κατερίνας Μπλουμ (εκδ. Γράμματα), Οι απόψεις ενός κλόουν (εκδ. Γράμματα), Ο άγγελος σιωπούσε (εκδ. Πόλις)


Πηγή:Εκδόσεις Μεταίχμιο

http://pedia.elogos.gr