Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τ.Πατρίκιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τ.Πατρίκιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ - Συνέντευξη στον Σ.Ν. Κοδέλλα

Ερώτηση: Πώς νιώθετε όταν σας λέει κάποιος ότι αγαπάει την ποίησή σας;

Απάντηση: Πρώτα απ’ όλα με ευχαριστεί. Εκείνο δε που με ευχαριστεί περισσότερο από καθετί, και νομίζω ότι είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή ενός ποιητή, ενός συγγραφέα, είναι όταν κάποιος σου λέει: ‘με βοήθησε η ποίησή σου σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής μου’ ή ‘με βοήθησε να καταλάβω κάτι που δεν μπορούσα να το συλλάβω πριν’. Πέρα λοιπόν από την πρώτη ανθρώπινη ικανοποίηση που έχεις, αισθάνεσαι ότι δεν πήγε χαμένη αυτή η ζωή, δεν πήγε χαμένη αυτή η προσπάθεια. Ας μην ξεχνάμε ότι η ποίηση, όπως κάθε δουλειά, κάθε τέχνη, είναι μια διανοητική, μια πνευματική, μια ψυχική αλλά και μια πρακτική τέχνη, η οποία απαιτεί μεγάλη αφοσίωση και ατελείωτες εργασιακές ώρες. Όταν κάποιος, λοιπόν, σου πει κάτι καλό, αισθάνεσαι ότι αυτές οι ώρες, αυτή η ζωή, ίσως δεν πήγαν χαμένες.
ΠΗΓΗ: kapodistriako.uoa.gr

2/5/2007 - Γυάρος: Γνωριμία με τη βαρβαρότητα


Τις δικές του εμπειρίες από το νησί της βαρβαρότητας, όπως αποκαλεί τη Γυάρο, αποκαλύπτει ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος, περιγράφοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσαν τότε οι εξόριστοι και την ατμόσφαιρα που επικρατούσε γενικότερα την περίοδο εκείνη.
«Το συρματόπλεγμα, η βροχή, ο άνεμος της θάλασσας, η βουή μόνιμη κι αμετάθετη σαν ένας τοίχος φυλακής, αυτός ήταν ο χώρος».
«Πέσαν τα μάνταλα βαριά και σκοτεινιάσαν τα κελιά».
«Μετά τη λεπτομερέστατη έρευνα, που μας έκανε τα πράγματα φύλλο και φτερό, αρχίσαμε να ανεβαίνουμε φορτωμένοι κάτι πλατιές σκάλες, μέσα από έναν τεράστιο διάδρομο που έμοιαζε σαν λαγούμι μέσα στο βράχο ώσπου να φτάσουμε στο τρίτο επίπεδο και κάνοντας δεξιά μέσα από μια καγκελόπορτα, βρεθήκαμε να μας υποδέχονται οι δικοί μας, οι σκαπανείς. Αυτοί, δηλαδή, που ήρθαν πρώτοι εδώ και ξανανοίξανε αυτόν τον καταραμένο χώρο. Δύο θάλαμοι με μια κοινή αυλή και καμιά εικοσιπενταριά αριστερούς κρατούμενους όλων των φυλών και των ...αποχρώσεων της Αριστεράς του 197» αναφέρει στο βιβλίο του για τη Γυάρο, ο Τάκης Μπενάς.
Για την Ιστορία: κάπου δεκαπέντε του ΚΚΕ, εννιά (με μας τους τέσσερις καινούριους) του ΚΚΕ εσωτερικού, δύο του κινήματος 20ής Οκτώβρη, δύο τροτσκιστές, ένας του ΜΛ-ΚΚΕ. Οι άλλοι, οι «μη κομμουνιστές» βρίσκονταν στο απέναντι κτίριο του ίδιου τρίτου επιπέδου, εκεί που κρατούσαν τις γυναίκες που είχε κουβαλήσει ο γενναίος Παττακός στις 21 Απριλίου. Ανάμεσά τους και τις τρεις αδελφές μου. Θα το επισκεφθούμε αύριο το πρωί που θα ξεκλειδώσουν τις σιδερόπορτες του μεγάλου διαδρόμου. Καταλαγιάζουμε σε ράντζα και σιδεροκρέββατα και προσπαθούμε να συνέλθουμε από τη ζαλάδα των δεκάμισι μποφόρ. Καθόλου εύκολο αφού από αυτό το πρώτο βράδυ αρχίζει η γνωριμία μας με το νησί του διαβόλου.

Ο άγριος βοριάς που φυσάει ασταμάτητα κάνει αυτό το κατασκεύασμα που αποκαλείται «κτίριο των Φυλακών Γυάρου» να τρέμει και να βουίζει λες και πρόκειται να σαλπάρει. Μια ξυλόσομπα στη μέση του μεγάλου θαλάμου προσπαθεί να μειώσει το ψοφόκρυο που βασιλεύει εδώ μέσα, ενώ κάποια από τα παράθυρα που βρίσκονται ψηλά, κοντά στο ταβάνι, ξεμανταλωμένα από το δυνατό ξεροβόρι, βροντοχτυπάνε δυνατά και συνέχεια. Δεν υπάρχει άλλη λύση από το να καταφύγουμε κάτω από τις κουβέρτες μας, να κουκουλωθούμε, όχι μόνο για να ζεσταθούμε αλλά και για να μην ακούμε τον φοβερό χαλασμό που κάνει ο βοριάς, λυσσομανώντας, καθώς έρχεται κατευθείαν απάνω μας, μέσα από το βόρειο Αιγαίο, χωρίς να συναντά τίποτα μπροστά του. Γι' αυτόν τον λόγο, άλλωστε, το νησί είναι ερημότοπος, ξυρισμένο από βλάστηση, ακατοίκητο, άγριο και άνυδρο. Τόπος για φαντάσματα, όχι για ανθρώπους. Και δεν τα είδαμε όλα ακόμα. Περιμένουμε να φέξει για μια βαθύτερη γνωριμία με την κόλαση. Απόψε, παρ' όλα αυτά, θα κοιμηθούμε, καθώς φτάσαμε κατάκοποι από το τρελό ταξίδι των πολλών μποφόρ. Αύριο μας περιμένει μια γεμάτη μέρα.

Το πρωινό της πρώτης μέρας μας στη Γυάρο θα ξεκινήσει με ένα ζεστό τσάι, που μοιράζει από το καζάνι ο μάγειρας της ομάδας των πολιτικών εξόριστων -καλή του ώρα, αν ζει-, αυτός ο ηρωικός άνθρωπος που φορτώθηκε τη μεγάλη ευθύνη να κρατήσει στη ζωή κάπου σαράντα πέντε ανθρώπους, κρατούμενους σ' αυτό το κολαστήριο.
Στον άλλο θάλαμο, τον απέναντι, βρίσκονται καμιά δεκαπενταριά πολιτικοί εξόριστοι που η Χούντα τους κατατάσσει στους «μη κομμουνιστάς». Όχι όμως και εθνικόφρονες. Απλώς «μη» και μάλλον έχει κάποιος δίκιο αφού και εδώ η πινακοθήκη των πολιτικών αποχρώσεων θα συνεχιστεί, ακόμα πιο πλουραλιστική. Η μανία αλλά και ο φόβος του Ιωαννίδη για τη νεοπαγή αλλά και αμφίβολη εξουσία του, τον οδήγησαν όχι μόνο να ξανανοίξει το θανατονήσι, αλλά και να στείλει εδώ ...εκπροσώπους απ' όλη την Ελλάδα.
Μπορεί κανείς να καταλάβει γιατί εκτόπισε εδώ τον Χαραλαμπόπουλο, τον Στάθη Παναγούλη, τον Γεώργιο Μαύρο -έστω μόνο για δύο μήνες- τον Νίκο Ψαρουδάκη που συνέχιζε να τους τα λέει από την «χριστιανική» εφημερίδα του, τον ηθοποιό Σταύρο Παράβα για κάποιο επιθεωρησιακό θεατρικό νούμερο που δεν άρεσε στην «αρσακειάδα», τον Ιωαννίδη, τον γνωστό σκηνοθέτη Παντελή Βούλγαρη -είχε γυρίσει και όλη την κηδεία του Γ. Παπανδρέου, μια ταινία που παίχτηκε πολύ στο εξωτερικό-, τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Παύλο Γεωργίου και μερικούς ακόμα που η αδύνατη μνήμη της ηλικίας μου ξεχνά τα ονόματά τους, όχι όμως και τις μορφές τους.
Όλοι αυτοί, καλά. Ήτανε αντιδικτατορικοί, τους φοβήθηκε, τους εκτόπισε. Τους άλλους, όμως, που συμπληρώνουν αυτή την πινακοθήκη των λίγων δεκάδων εξόριστων του '74, γιατί άραγε; Πρώτος και καλύτερος ο Αγαθαγγέλου, ο υπουργός του Παπαδόπουλου, βαμμένος απριλιανός. Λέγανε πως κάπου κουνήθηκε κατά του Ιωαννίδη και αυτός τον ξαπόστειλε εδώ, στους βράχους.
Πέρα, όμως, από τον Αγαθαγγέλλου και τα καμώματά του, βρεθήκαμε «συνεξόριστοι» και με κάποιους καραβανάδες, μόνιμους αξιωματικούς, που προφανώς κάπου συνωμότησαν σε βάρος του νέου δικτάτορα και αυτός τους ξαπόστειλε στα βράχια του Αιγαίου. Πρόκειται για τον αντισυνταγματάρχη Γεώργιο Ράπτη, διοικητή των ΛΟΚ του Γ' Σώματος Στρατού στη Θεσσαλονίκη, και τον Ηλία Μενενάκο, επίσης αξιωματικό των ΛΟΚ. Λέγανε πως ο ένας από τους δύο ήτανε της ομάδας Σταματελόπουλου που δεν αναγνώριζε τον Ιωαννίδη. Μας είχανε φέρει εδώ και ένα φουκαρά ταξιτζή διότι «διέδιδε ανατρεπτικές και ανησυχητικές φήμες», δηλαδή ο άνθρωπος είπε μέσα στο καφενείο που σύχναζε -νομίζω στη Λάρισα- πως «όπου να 'ναι έρχεται ο Καραμανλής». Φοβερό παράπτωμα για τους εθνοσωτήρες.
Μετά το τσάι βγήκαμε έξω από το κτίριο να γνωρίσουμε τη... φύση, στον λιγοστό χώρο που μας επέτρεπαν να περπατάμε, γύρω στον παλιό 5ο όρμο, ζωσμένο τώρα από σκοπιές με ενόπλους να μας επιτηρούν μπας και πέσουμε στη θάλασσα και πνιγούμε.
Όταν λέμε φύση κυριολεκτούμε, γιατί εκτός από μια ασήμαντη χαμηλή χλωρίδα, κυρίως βάτα και τσουκνίδες, υπήρχε και η... ζώσα πανίδα, δηλαδή ποντίκια, σκορπιοί, φίδια, σαύρες, πολλές σαύρες, που όλα αυτά τα ζωντανά αλληλοτρωγόντουσαν, μη έχοντας και τίποτα άλλο εξόν από πέτρες. Περπατούσαμε και κοιτάζαμε συνεχώς κάτω μην πατήσουμε κάνα φίδι, γιατί τότε αλίμονό μας. Δεν υπήρχε εδώ η παραμικρή δυνατότητα ιατρικής και πολύ περισσότερο νοσοκομειακής περίθαλψης.
Με αυστηρή διαταγή του μανιακού Ιωαννίδη είχε απαγορευθεί απολύτως η μεταφορά στο νοσοκομείο της Σύρου για οποιονδήποτε λόγο. Δεν έπρεπε να σπάσουν η απομόνωση και το φυλασσόμενο... μυστικό του αριθμού των κρατουμένων στο νησί. Πραγματικά, στην Αθήνα, δεν γνωρίζανε ούτε οι δικοί μας ούτε οι δημοσιογράφοι πόσοι βρίσκονταν στη Γυάρο. Επισκεπτήρια απαγορεύονταν και η λογοκρισία της αλληλογραφίας ήτανε... θηριώδης. Ένας γιατρουδάκος, δόκιμος ανθυπίατρος της Χωροφυλακής, χορηγούσε ασπιρίνες και άμα είχες αφόρητο πονόδοντο, αντί για οδοντογιατρό σου δίνανε γαρυφαλλόλαδο που σταμάταγε προσωρινά τον πόνο και έσπαγε το δόντι σε κομμάτια. Την έπαθα κι εγώ αυτήν τη ζημιά, αλλά πώς αλλιώς να αντέξεις εδώ τον οξύτατο πόνο του κούφιου δοντιού».

Τίτος Πατρίκιος



ΠΗΓΗ: click2travel

Ο Τίτος Πατρίκιος στην Εκπομπή Στα Άκρα

Ο Τίτος Πατρίκιος στην εκπομπή "Στα Άκρα".

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008

Τους Τίτο Πατρίκιο και Μένη Κουμανταρέα βράβευσε η Ακαδημία Αθηνών



Ο κ. Τ.Πατρίκιος παραλαμβάνει το βραβείο ποίησης
Το βραβείο ποίησης στον Τίτο Πατρίκιο και το βραβείο πεζογραφίας στον Μένη Κουμανταρέα απένειμε η Ακαδημία Αθηνών για το σύνολο του έργου τους, στη διάρκεια της καθιερωμένης πανηγυρικής συνεδρίας, στην οποία φέτος ξεχώρισε η επιβράβευση του ανθρωπισμού.

«Ποτέ δεν είναι οι μέρες ποιητικές και ακριβώς γι΄αυτό χρειάζεται η ποίηση. Και όσο λιγότερο ποιητικές είναι τόσο πιο κόντρα πρέπει να πηγαίνεις», δήλωσε ο Τίτος Πατρίκιος. Προβληματισμένος για τις ταραγμένες μέρες που βίωσε η Ελλάδα, δήλωσε ότι προσπαθεί να κατανοήσει τα γεγονότα «χωρίς έτοιμες ιδέες και χωρίς να θέλει να ταυτιστεί με τους νέους, παριστάνοντας τον δεκαεξάρι».

Για τον Μένη Κουμανταρέα, τα βραβεία «θα έπρεπε να τα παίρνουμε νέοι, να μας δίνουν αυτοπεποίθηση, λεφτά και κουράγιο. Θυμάμαι όμως, λέει ο Μένης Κουμανταρέας, «μολονότι βραβευμένο το δεύτερο βιβλίο μου, Το αρμένισμα, δικάστηκε επί χούντας τέσσερις φορές και παραλίγο να καεί. Το τελευταίο , Το σόου είναι των Ελλήνων, σκεπάζεται τώρα από τους καπνούς των δακρυγόνων και τα δάκρυα για τον χαμό ενός νέου ανθρώπου αλλά και από τον φριχτό πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Οπωσδήποτε είναι μελαγχολικό να σε βραβεύουν για το σύνολο του έργου σου. Σημαίνει ότι όπου να 'ναι σημαίνουν κι οι καμπάνες».

ΠΗΓΗ:Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2008

ΕΡΤ - Τίτος Πατρίκιος

Σ αυτό το επεισόδιο της σειράς ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ, ο ποιητής ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ μιλά για τη ζωή του και την ποίηση. Κάνει λόγο για τη μαγεία που του ασκούσαν οι λέξεις από παιδί και πώς ξεκίνησε να γράφει ποιήματα. Μιλά για τα βιώματά του στον κόσμο του θεάτρου, την οικογένειά του, τα παιδικά του χρόνια, τα αναγνώσματά του και την επαφή του με τους ανθρώπους του πνεύματος. Αναφέρεται στο ΕΑΜ και στην ένταξή του στην ΕΠΟΝ και στον ΕΛΑΣ, αλλά και στα δύσκολα χρόνια του εμφυλίου. Επίσης, αναφέρεται στα φοιτητικά του χρόνια στη Νομική χωρίς να παραλείψει να κάνει μνεία στους ανθρώπους του πνεύματος στους οποίους οφείλει πολλά. Στη συνέχεια, αναφέρεται στην εμπειρία της εξορίας στη ΜΑΚΡΟΝΗΣΟ και τον ΑΪ-ΣΤΡΑΤΗ, και στα χρόνια παραμονής του στο ΠΑΡΙΣΙ και τη ΡΩΜΗ. Τονίζει τη σημασία των καθημερινών βιωμάτων αλλά και τη σπουδαιότητα των βιβλίων. Τέλος, εκφράζει την προσωπική του αντίληψη για το παρελθόν, αλλά και για το μέλλον.

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2008

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ




Βιογραφικό Σημείωμα

Ο Τίτος Πατρίκιος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1928.Το 1946 ολοκλήρωσε τα γυμνασιακά του μαθήματα στο Βαρβάκειο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε για κάποια χρόνια ως δικηγόρος. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, στρατευμένος αρχικά στην ΕΠΟΝ και στη συνέχεια στον ΕΛΑΣ. Το 1944 καταδικάστηκε σε θάνατο από συνεργάτες των γερμανών και η εκτέλεσή του
ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας εξορίστηκε στη Μακρόνησο (1951-1952) και κατά τη διετία 1952-1953 στον ’η Στράτη, από όπου επέστρεψε στην Αθήνα με άδεια εξορίστου. Από το 1959 ως το 1964 σπούδασε κοινωνιολογία στην Ecole Pratique des Hautes Etudes του Παρισιού και πήρε μέρος σε έρευνες του Εθνικού Κέντρου ΕπιστημονικήςΈρευνας της Γαλλίας. Επέστρεψε στην Ελλάδα, μετά την
επιβολή της δικτατορίας του Παπαδόπουλου όμως, κατέφυγε ξανά στο Παρίσι, όπου πήρε μέρος σε εκδηλώσεις ενάντιαστο παράνομο καθεστώς, και εργάστηκε στην έδρα της Unesco
στο Παρίσι και στη Fao στη Ρώμη. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1975 και εργάστηκε ως δικηγόρος, κοινωνιολόγος και λογοτεχνικός μεταφραστής. Το 1982 επέστρεψε στη θέση
που κατείχε στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών πριν το 1967.
Στην Αθήνα εργάστηκε επίσης στο Κέντρο Μαρξιστικών Μελετών.
Η πρώτη του εμφάνιση στο χώρο των γραμμάτων πραγματοποιήθηκε το 1943 με τη δημοσίευση ενός ποιήματός του στο περιοδικόΞεκίνημα της Νιότης, ενώ το 1954 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Χωματόδρομος. Ιδρυτικό μέλος τουπεριοδικού Επιθεώρηση Τέχνης από το 1954 δημοσίευσε πολλά άρθρα και κριτικές στις στήλες του, ενώ πολλά δοκίμιά του συμπεριλήφθηκαν σε συγκεντρωτικές εκδόσεις.
Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση (κείμενα των Σταντάλ, Αραγκόν, Μαγιακόφσκι, Νερούντα, Γκόγκολ, Γκαρωντύ, Λούκατς και άλλων) και την πεζογραφία, ενώ τα περισσότερα κοινωνιολογικά έργα του είναι γραμμένα στα γαλλικά.
Έργα του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, τα φλαμανδικά, τα γερμανικά και τα ολλανδικά. Το 1994 τιμήθηκε με ειδικό κρατικό βραβείο για το σύνολο του έργου του.

Τα βιβλία του

Ποιήματα

Χωματόδρομος, Αθήνα, 1954.
Μαθητεία, Αθήνα, Πρίσμα, 1963.
Προαιρετική Στάση, Αθήνα, Ερμής, 1975, Γνώση, 1981, 1992.
Ποιήματα, Ι. Αθήνα, Θεμέλιο, 1976, 1980, 1990.
Θάλασσα Επαγγελίας, Αθήνα, Θεμέλιο, 1977, 1980, 1985.
Αντιδικίες, Αθήνα, Ύψιλον, 1981, 1983.
Αντικριστοί καθρέφτες, Αθήνα, Στιγμή, 1988, 1991.
Παραμορφώσεις, Αθήνα, Διάττων, 1989.
Μαθητεία ξανά, Αθήνα, Διάττων, 1991.
Η Ηδονή των παρατάσεων, Αθήνα, Διάττων, 1992.Αθήνα, Κέδρος, 1998.
Ποιήματα, Ι, Αθήνα, Κέδρος, 1998.
Ποιήματα, ΙΙ, Αθήνα, Κέδρος, 1998.
Ποιήματα, ΙΙΙ, Αθήνα, Κέδρος, 1998 .
Η αντίσταση των γεγονότων, Αθήνα, Κέδρος, 2000.

Πεζά

Η Συμμορία των δεκατριών, Αθήνα, Διάττων, 1990, Κέδρος, 2000.
Συνεχές Ωράριο, Αθήνα Διάττων, 1993. Αθήνα, Κέδρος 2000.
Στην ίσαλο γραμμή, Αφηγήσεις, Αθήνα, Κέδρος, 1997, 1997, 1999.

Μεταφράσεις που έχει κάνει στα ελληνικά:

Γκέοργκ Λούκατσς: Μελέτες για τον ευρωπαϊκό ρεαλισμό,
Εκδοτικόν Ινστιτούτο Αθηνών, 1957.
Αραγκόν: Μ' ανοιχτά χαρτιά, Θεμέλιο, 1965, Ηριδανός, 1971.
Encyclopedie de la Pleiade, Ιστορία της Φιλοσοφίας.
19ος αιώνας, οι κοινωνιολόγοι, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, 1978.
Σταντάλ, Αναμνήσεις εγωτισμού, Γνώση, 1983
Μπαλζάκ, Πραγματεία περί των νεωτέρων διεγερτικών, Ολκός, 1993.
Πωλ Βαλερύ, Ο κύριος Τέστ, Ολκός, 1995.

Τις φωτογραφίες του ποιητή πήρα από εδώ.
Τα στοιχεία του βιογραφικού σημειώματος έχουν αντληθεί από τον ιστότοπο του Διαπολιτισμού.

Τίτος Πατρίκιος, "Οφειλή"

     Μέσα από τόσο θάνατο που έπεσε και πέφτει,
πολέμους, εκτελέσεις, δίκες, θάνατο κι άλλο θάνατο
αρρώστια, πείνα, τυχαία δυστυχήματα,
δολοφονίες από πληρωμένους εχθρών και φίλων,
συστηματική υπόσκαψη κι έτοιμες νεκρολογίες
είναι σα να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω.
Δώρο της τύχης, αν όχι κλοπή απ' τη ζωή άλλων,
γιατί η σφαίρα που της γλίτωσα δε χάθηκε
μα χτύπησε το άλλο κορμί που βρέθηκε στη θέση μου.
'Ετσι σα δώρο που δεν άξιζα μου δόθηκε η ζωή
κι όσος καιρός μου μένει
σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν
για να τους ιστορήσω.