Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008

Ποιος είναι, λοιπόν, ο Μίλτος Σαχτούρης;

Δώδεκα συνομιλίες αποκαλύπτουν τον περίφημο «Στρατιώτη ποιητή»

Του Ηλία Μαγκλίνη

«Μίλτος Σαχτούρης. Ποιος είναι ο τρελός λαγός. Συνομιλίες» τιτλοφορείται η έκδοση που κυκλοφόρησε πρόσφατα και περιλαμβάνει τις συνεντεύξεις που έδωσε τα τελευταία είκοσι χρόνια ένας από τους σημαντικότερους ποιητές μας, ο Μίλτος Σαχτούρης, ο τελευταίος εν ζωή (μαζί με τους Μ. Αναγνωστάκη και K. Δημουλά) μιας γενιάς ποιητών που σφράγισε το μεταπολεμικό λογοτεχνικό τοπίο της Ελλάδας. Δώδεκα συνομιλίες με δημοσιογράφους και ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών (Θ. Νιάρχο, Α. Φωστιέρη, Λ. Ξανθόπουλο, Β. K. Kαλαμαρά, Ο. Σελλά, Μ. Φάις, Μ. Χαρτουλάρη, Θ. Λάλα, Μ. Ταξίδη, Ε. Ζιώγα κ.ά.) στις οποίες καταγράφεται ένας βίος μοναχικός και μια πορεία περίπου εξήντα χρόνων στην ποίηση.

Συνομιλίες οι οποίες μπορούν να διαβαστούν σαν επίμετρο ή σαν σημειώσεις στο περιθώριο της ανάγνωσης του έργου ενός μελαγχολικού ποιητή, ο οποίος επέζησε της φυματίωσης και της Kατοχής, αγάπησε τον Σολωμό και τον Kαβάφη, τον Kάφκα, τον Ρίλκε και τον Ντίλαν Τόμας, ένας τραυματισμένος ψυχισμός που είχε όμως το σθένος να εγκαταλείψει τα πάντα για να αφιερωθεί στην ποίηση.

Εσωστρεφής αλλά πάντα ευγενής, μοναχικός αλλά όχι απόμακρος, ο Μ. Σαχτούρης (φέτος κλείνει αισίως τα ογδόντα δύο) χρειάστηκε να περιμένει πολλές δεκαετίες μέχρι να δει το έργο του να διαβάζεται και να αναγνωρίζεται. Γεγονός στο οποίο επανέρχεται συχνά στις εν λόγω συνομιλίες, δίχως ίχνος εμπάθειας αλλά με παράπονο και αυτοσαρκασμό.

Ο Μ. Σαχτούρης δεν αντιμετώπισε αυτό το πρόβλημα μόνο με το λεγόμενο αναγνωστικό κοινό αλλά και με τους ομοτέχνους του. Θυμάται τον Οδυσσέα Ελύτη να λέει μεταξύ σοβαρού κι αστείου: «Δεν μου αρέσει αυτή η ποίησή σου, είναι γκραν-γκινιόλ» (σ. 73), ενώ ο Γ. Σεφέρης τον αποκαλούσε απλώς «έντιμο ποιητή». «Εντιμος δεν θα πει τίποτα», σχολιάζει σήμερα ο Μ. Σαχτούρης (σ. 145). Μόνον ο Ανδρέας Εμπειρίκος είχε καλά λόγια να πει, αλλά κι αυτός πάλι, κατά τον Μ. Σαχτούρη, είχε μόνο καλά λόγια για όλο τον κόσμο. Ακόμα και ο Οδ. Ελύτης, λοιπόν, τρόμαξε όταν διάβασε για τον στρατιώτη που «χτυπούσε τη νύχτα τις/ πόρτες/με κομμένο το χέρι («Του θηρίου»), για την «εξαίσια νεκρή... ξαπλωμένη στη μέση του δωματίου πλάι στο σκοτωμένο μαύρο άλογό της πλημμυρισμένη κι αυτή στο αίμα» («Ο εφιάλτης») ή για «κακές εικόνες» στις οποίες «σκάζανε αυγά/κι έβγαιναν στον κόσμο/άρρωστα παιδιά/ σα σπασμένα άστρα/.../ κι ένα λυσσασμένο/ κόκκινο φεγγάρι/ούρλιαζε δεμένο/σα σφαγμένο βόδι» («Η κακή εικόνα»). Ως γνωστόν, ορμώμενος από αυστηρά προσωπικές εμμονές, ο Μ. Σαχτούρης εξέφρασε ανάγλυφα στην ποίησή του ένα αίσθημα άγχους και ασφυξίας γεμάτο εφιαλτικά σχήματα, οι προεκτάσεις του οποίου αγγίζουν διακριτικά αλλά καίρια το συλλογικό τραύμα ενός τόπου που δοκιμάστηκε επί σειρά ετών από τα γυρίσματα της Ιστορίας. Η φρίκη της Kατοχής, οι θηριωδίες του Εμφυλίου αποτελούν την αφετηρία μιας αμιγούς εσωτερικής διαδρομής.

Ο ίδιος ο ποιητής παρατηρεί: «Ολη η ποίησή μου, από τη «Λησμονημένη» ώς σήμερα, είναι μια εξομολόγηση του ασυνείδητού μου» (σ. 130), επιμένοντας ωστόσο ότι «δεν υπάρχει κανένας ιδιαίτερος πανικός στην ποίησή μου. Αυτό που θεωρούν πανικό είναι κάτι ταυτόσημο με τη ζωή κι αν προβάλλεται ιδιαίτερα στην ποίησή μου είναι γιατί αισθάνομαι έντονα τη ζωή» (σ. 19).

Kάτι ανάλογο είχε δηλώσει σε μία συνέντευξή του στη γαλλική «Μοντ», στις 7 Ιανουαρίου 1983, ο Αυστριακός συγγραφέας Τόμας Μπέρνχαρντ: «Ολοι οι άνθρωποι γίνονται τέρατα, όταν αποβάλλουν την πανοπλία τους. Kαι φυσικά το τερατώδες με γοητεύει, αλλά πιστέψτε με, ποτέ δεν το εφευρίσκω. Αν η πραγματικότητα σας φαίνεται λιγότερο φοβερή από όλα αυτά που επινοώ εγώ, αυτό οφείλεται στο ότι τα γεγονότα εμφανίζονται σε αποσπασματική μορφή. Το μυστικό συνίσταται στο να δείχνουμε με τρόπο ανελέητο την πραγματικότητα. Ισως αυτό να είναι ό,τι συνήθως ονομάζουμε φαντασία».

Η έννοια της οδύνης

Αν υπάρχει μία θεματική στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη, αυτή ενδεχομένως να είναι ο διαρκής στοχασμός πάνω στην έννοια της οδύνης, στον πόνο ως βαθύτερη ουσία και μοίρα της ανθρώπινης ύπαρξης. Με συνέπεια μοναδική ο Μ. Σαχτούρης εδώ και μισό αιώνα χαρτογραφεί τα τοπία του εσωτερικού πόνου του σύγχρονου ανθρώπου, συχνά μάλιστα με ένα υποχθόνιο χιούμορ (αποτέλεσμα των υπερρεαλιστικών καταβολών του ίσως).

Σημαντικό είναι επίσης ότι ο Μ. Σαχτούρης μίλησε στην ποίησή του για τα σημάδια που αφήνει η Ιστορία σε αυτά τα εσωτερικά τοπία οδύνης, αποφεύγοντας όμως την κοινότοπη ιστοριογραφία, προσεγγίζοντας την Ιστορία όχι ως αντικείμενο περιγραφής αλλά ανάλυσης και στοχασμού. Πέρα λοιπόν από την ξεχωριστή δύναμη της ίδιας της εκφραστικής του, αυτός είναι πιθανώς ο λόγος για τον οποίο η ποίησή του έχει απήχηση στις νεότερες γενιές. Η αναμονή ωστόσο κράτησε πάρα πολύ.

Πηγή: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 28-01-2001

Δεν υπάρχουν σχόλια: