Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

Ν.Κάσδαγλη, Σ ο ρ ο κ ά δ α

Είναι μέρες που το νησί κλείνει. Μήτε πλεούμενο σιμώνει, μήτε αεροπλάνο.

Οξω από το Ναυτικό Ομιλο, σιμά στο φανάρι του "Αϊ Νικόλα" έχει ένα χαμηλό μόλο ίσα ίσα με τη θάλασσα. Πρέπει να ξιπολυθείς, για να πας στην άκρη του.

Με σοροκάδα, μ΄άρεζε να κολυμπάω πίσω από το μόλο, μέσα στους αφρούς που το καβάλαγαν, φυλαγμένος απ΄τη δαιμονικήν ορμή της θάλασσας. Σαν ξεπρόβαινα στην άκρη του μόλου μ΄άρπαζε ένα κύμα μακρύ, αμάχητο και με σφεντόναγε μονομιάς εκατό μέτρα πέρα, στ΄απάγκιο.

Στον πάτο, τρία τέσσερα μέτρα βαθιά, έχει κομμάτια καλώδια και λαμαρίνες. Ο,τι απόμεινε από ΄να αμερικάνικο καταδρομικό, που το διαλύσανε.

Τούτο το πολεμικό είχε έρθει στη Ρόδο για επίσκεψη καλής θελήσεως - κάπως έτσι το λένε, θαρρώ. Το λιμάνι είχε τοιμαστεί για να καλοδεχτεί τους Αμερικάνους. Οι γυναίκες των αξιωματικών είχανε φτάσει απ΄την παραμονή και νιαουρίζανε στα σαλόνια των ξενοδοχείων- αλλόκοτην αίσθηση που του δίνουν οι Αμερικάνες σα μαζευτούνε πολλές.

Τα μπαρ ήταν έτοιμα όλα- ο Μπαμπούλας που γινότανε Black Cat για την περίσταση, το Rio Grande, το Lοng John και τ΄άλλα. Τα κορίτσια τους ήρθαν απ΄τον Περαία μαζί με τις γυναίκες των αξιωματικών, και περιμέναν στις πόρτες τα ναυτάκια που θα ξεμπαρκάρουν.

Μόνο που πήρε σοροκάδα τ΄απόγευμα. Το λιμάνι άδειασε μονομιάς, οι βάρκες τραβηχτήκανε στη στεριά και τα καϊκια κρυφτήκανε στο φυλαγμένο κόρφο, το Μαντράκι. Δυο τρία βαπόρια που βρέθηκαν, λεβάραν τις άγκυρες και πήγανε στην Ψαροπούλα στο σταβέντο. Μόνο ο Αμερικάνος απόμεινε φουνταρισμένος αρόδο, όξω απ΄το λιμάνι. Σαν κατάλαβαν απ΄το Λιμεναρχείο πως δεν το ΄χε σκοπό να κουνήσει, του μήνυσαν να φύγει, κι η σοροκάδα δε σήκωνε λεβεντιά.

Ο καπετάνιος κούνησε τους ώμους σαν του τα ΄πανε.Το δελτίο καιρού έδειχνε άνεμο εφτά οχτώ μποφόρ, κι οι κανονισμοί του προβλέπανε πως με τέτοιον καιρό έπρεπε να ΄ναι φουνταρισμένος με τις δύο άγκυρες, με τόσα κλειδιά καδένα στην καθεμιά. Καλού κακού φουντάρισε δύο κλειδιά παραπάνω, κι επιτέλους αν αγρίευε ο καιρός είχε κι άλλη καδένα. Βάστηξε επιφυλακή το μισό τσούρμο και τις μηχανές αναμμένες για να ΄χει ατμό.

Δε γινόταν καλύτερη φροντίδα αλίμονο αν αλλάζαν αραξοβόλι τ΄αμερικάνικα πολεμικά, με την κουβέντα ενός ντόπιου λιμενάρχη τι τους είχαν τους κανονισμούς!

Μόνο που φρεσκάρισε η σοροκάδα, με το σούρουπο. Δουλεύοντας επίμονα, ύπουλα, το μπόντζι ξεκλείδωσε τη μια καδένα, και το καράβι απόμεινε φουνταρισμένο στο ΄να σίδερο. Απο κει και πέρα, δεν το γλιτώνανε. Βάρεσε συναγερμός, το σούρμο χίμηξε να μανουβράρει, που να προφτάσει! Το πολεμικό ξέσυρε σα φρόκαλο το σίδερο, και κόλλησε πάνω στα βράχια του χαμηλού μόλου. Οι Αμερικάνοι πηδούσανε στην θάλασσα σαν τα μπακακάκια κι οι ντόπιοι μαζευτήκανε στην ακρογιαλιά και τους μαζεύανε μισοπνιγμένους.

Την άλλη μέρα το πρωΐ η σοροκάδα έσπασε. Τ΄αμερικάνικο καράβι ήταν καθισμένο ψηλά πάνω στα βράχια, κι ο κόσμος το χάζευε από μακριά - δεν τον αφήναν να σιμώσει. Εμοιαζε απείραχτο, να το πετάξεις στη θάλασσα και να ξαναφύγει, έτσι πιστέψαν οι πολλοί. Οι θαλασσινοί κουνούσαν το κεφάλι ξέραν πως το καράβι είχε πεθάνει πια...

Το κουφάρι απόμεινε δυο τρεις μήνες καρφωμένο στα βράχια του χαμηλού μόλου, για να δοξάζει τους κανονισμούς. Υστερα το διαλύσανε. Ενας βουτηχτής σκοτώθηκε πάνω στη δουλειά.

Αν κοιτάξεις με το γυαλί, βλέπεις ακόμα στον πάτο παλιές λαμαρίνες και κομμάτια καλώδια.

Πηγή: Culture ana-mpa.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια: