Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2009
Συνοικία το όνειρο
ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ
Μοσχοβολούν οι γειτονιές
βασιλικό κι ασβέστη
παίζουν τον έρωτα κρυφά
στις μά- στις μάντρες τα παιδιά
Σάββατο βράδυ μου έμορφο
ίδιο Χριστός ανέστη
κι ένα τραγούδι του Τσιτσάνη
κλαίει κά- κλαίει κάπου μακρυά
Πάει κι απόψε τ' όμορφο
τ' όμορφο τ' απόβραδο
από Σαββάτο βράδυ
πίκρα και σκοτάδι
αχ να 'ταν η ζωή μας
Σαββατόβραδο
κι ο Χά- κι ο Χάρος να 'ρχονταν
μια Κυριακή μια Κυριακή το βράδυ
Οι άντρες σχολάν απ' τη δουλειά
και τον βαρύ καημό τους
να θάψουν κατεβαίνουνε
στο υπό στο υπόγειο καπηλιό
Και το φεγγάρι ντύνει λες
με τ' άσπρο νυφικό του
τις κοπελιές που πλένονται
στο φτω- στο φτωχοπλυσταριό
Πάει κι απόψε τ' όμορφο
τ' όμορφο τ' απόβραδο
από Σαββάτο βράδυ
πίκρα και σκοτάδι
αχ να 'ταν η ζωή μας
Σαββατόβραδο
κι ο Χά- κι ο Χάρος να 'ρχονταν
μια Κυριακή μια Κυριακή το βράδυ
Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2009
Δραπετσώνα
ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Ερμηνεία: Νίκος Δημητράτος
Μ' αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός
Μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ' τη δουλειά
εγώ και εκείνη όνειρα, φιλιά
Το 'δερνε αγέρας κι η βροχή
μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή.
Πάρ' το στεφάνι μας, πάρ' το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί
Ένα κρεβάτι και μια κούνια στη γωνιά
στην τρύπια στέγη του άστρα και πουλιά
Κάθε του πόρτα ιδρώτας κι αναστεναγμός
κάθε παράθυρό του κι ουρανός
Μα όταν ερχόταν η βραδιά
μες στο στενό σοκάκι ξεφαντώναν τα παιδιά
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε καρδιά
Πάρ' το στεφάνι μας, πάρ' το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί
Μάνα μου και Παναγιά με τον Γιώργο Νταλάρα
Την πόρτα ανοίγω το βράδι με τη Μαρία Φαραντούρη
Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009
Τάσος Λειβαδίτης, Αυτοβιογραφία
Αυτοβιογραφία
Άνθρωποι που δε γνώρισα ποτέ μού δώσαν το αίμα μου και τ’ όνομά μου
στην ηλικία μου χιονίζει, χιονίζει αδιάκοπα
μια κίνηση πάντα σα νά’ θελα να προφυλαχτώ από’ να χτύπημα
δίψασα για όλη τη ζωή, κι όμως την άφησα
για ν’ αρπαχτώ απ’ τα πελώρια αγκάθια της αιωνιότητας,
η σάρκα μου ένας επίδεσμος γύρω απ’ το αυριανό μου τίποτα
κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει στον πόνο μου
εκτός απ’ τον ίδιο μου τον πόνο –είμαι εδώ, ανάμεσά σας, κι ολομόναχος,
κ’ η ποίηση σα μια μεγάλη αλήθεια που την ανακαλύπτεις ύστερ’ από χρόνια,
όταν δεν μπορεί να σου χρησιμέψει πια σε τίποτα.
Επάγγελμά μου: το ακατόρθωτο.
(Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 141, Σεπτέμβρης 1966, σελ. 137)
Το ποίημα αντέγραψα από τη σελίδα http://www.sarantakos.com/kibwtos/et/leibadiths_autobio.html
Η ουσία της ποίησης
Ο Αναστάσιος-Παντελεήμων Λειβαδίτης (1922 -30 Οκτωβρίου 1988)
Γιος του Λύσανδρου και της Βασιλικής, γεννήθηκε στην Αθήνα το βράδυ της Αναστάσεως του 1922. Σπούδασε νομικά, όμως τον κέρδισε η λογοτεχνία και συγκεκριμένα η ποίηση. Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς με συνέπεια να εξοριστεί από το 1947 έως το 1951. Στο Μούδρο, στη Μακρόνησο και μετά στον Αϊ Στράτη κι από κει στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα, απ' όπου αφέθηκε ελεύθερος το 1951. Το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε. Τελικά το δικαστήριο τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών.
Μην κοιμάσαι: είναι επικίνδυνο.
Μην ξυπνάς: Θα μετανιώσεις.»
Στο ελληνικό κοινό ο Τάσος Λειβαδίτης εμφανίστηκε το 1946, μέσα από τις στήλες του περιοδικούΕλεύθερα Γράμματα (τεύχ. 55,15-11-46) με το ποίημα «Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη». Το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και εργάστηκε επίσης σαν κριτικός ποίησης στην εφημερίδα Αυγή, από το 1954.
[]Σημειώσεις
Στίχοι του Τάσου Λειβαδίτη μελοποιήθηκαν από το Μίκη Θεοδωράκη (Δραπετσώνα, Τα Λυρικά) και τα ποιήματά του μεταφράστηκαν στα Ρωσικά, Ουγγρικά, Σουηδικά, Ιταλικά, Γαλλικά, Αλβανικά, Βουλγαρικά, Κινέζικα και Αγγλικά. Έγραψε ακόμη με τον Κώστα Κοτζιά τα σενάρια των ελληνικών ταινιών «Ο θρίαμβος» και «Η συνοικία το όνειρο» [1].
Ο Τάσος Λειβαδίτης τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο παγκόσμιο φεστιβάλ νεολαίας της Βαρσοβίας για τη συλλογή «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου». Πήρε ακόμη το πρώτο βραβείο ποίησης του Δήμου Αθηναίων για τη «Συμφωνία αρ. 1», το δεύτερο κρατικό βραβείο ποίησης για το «Βιολί για μονόχειρα» και το πρώτο κρατικό βραβείο ποίησης για τη συλλογή «Εγχειρίδιο ευθανασίας».
Έγραψε επίσης κι ένα μικρό τόμο με τίτλο: «Έλληνες ποιητές», ο οποίος αναφέρεται στις συλλογές που εκδόθηκαν την περίοδο 1978-1981, και αποτελεί μια απογραφή 74 ποιητικών συλλογών.
Όπως σημειώνει ο Τίτος Πατρίκιος, φίλος και συνεργάτης του Λειβαδίτη, ήταν τόσο αφοσιωμένος στην ποίηση ώστε όσα ποιήματα του έστελναν «τα διάβαζε όλα ως το κόκαλο και όσο μεγαλύτερη αξία τους έβρισκε, τόσο την αναγνώριζε και τη διακήρυσσε». Και παρακάτω: «άσκησε την κριτική με διεισδυτική ευαισθησία, με στοχασμό που δεν κατέληγε σε κάποια κανονιστικότητα, με άνοιγμα σε όλους τους τρόπους της ποίησης και αγάπη για όλους τους ποιητές, χωρίς εύνοιες και πατερναλισμούς».
[]Έργα
- Μάχη στην άκρη της νύχτας, 1952.
- Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας, 1952.
- Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου, 1953.
- Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο, 1956.
- Συμφωνία αρ. 1, 1957.
- Οι γυναίκες με τ' αλογίσια μάτια, 1958.
- Καντάτα, 1960.
- 25η ραψωδία της Οδύσσειας, 1963.
- Οι τελευταίοι, 1966.
- Νυχτερινός επισκέπτης, 1972.
- Σκοτεινή πράξη, 1974.
- Οι τρεις, 1975.
- Ο διάβολος με το κηροπήγιο, 1975.
- Βιολί για μονόχειρα, 1977.
- Ανακάλυψη, 1978.
- Ποιήματα (1958-1963), 1978.
- Εγχειρίδιο ευθανασίας, 1979.
- Ο τυφλός με το λύχνο, 1983.
- Βιολέτες για μια εποχή, 1985.
- Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα, 1987.
- Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, 1990 (Εκδόθηκε μετά το θάνατο του ποιητή).
[]Τα άπαντα
Ολόκληρο το έργο του Τάσου Λειβαδίτη κυκλοφορεί σε τρεις τόμους από τις εκδόσεις Κέδρος.
[]Παραπομπές
- ↑ Η «Συνοικία το όνειρο» υπήρξε η πρώτη και πιο αξιόλογη σκηνοθετική δουλειά του ηθοποιού Αλέκου Αλεξανδράκη στον κινηματογράφο. Χαρακτηρίστηκε από τους κριτικούς «αριστούργημα» ενώ τα τραγούδια της ταινίας ερμηνεύονται από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση με το αξεπέραστο «Βρέχει στην φτωχογειτονιά». Η προβολή της ταινίας είχε απαγορευτεί προσωρινά αλλά επετράπη κατόπιν παρέμβασης της Ελένης Βλάχου.
Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009
ΜΟΙΡΟΛΟΙ - Τ.ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, Μ.ΠΛΕΣΣΑΣ, ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ ΞΑΝΘΙΠΠΗ
Και πού να ρίξω το μεγάλο μου καημό
όπου θ' ανοίξει η γης, θ' ανοίξει η γης
και θα ραΐσει το βουνό
Ήλιε φονιά πως άφησες να γίνει το κακό
σκοτώσανε το σταυραετό και τον αυγερινό
κάτω στο σταυροδρόμι σκοτώσανε το νιο
(Παρασκευή μεγάλη σταυρώσαν τον Χριστό).
Και τα κορίτσια ρίξανε κάτω τα μαλλιά
για να πιαστείς αϊτέ, να πιαστείς αϊτέ
ν' ανέβεις απ' τη λησμονιά
Ήλιε φονιά πως άφησες να γίνει το κακό
σκοτώσανε το σταυραετό και τον αυγερινό
κάτω στο σταυροδρόμι σκοτώσανε το νιο
(Παρασκευή Μεγάλη σταυρώσαν τον Χριστό).
ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ - ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ - ΑΛΛΑ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ
Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Και να που φτάσαμε εδώ
Χωρίς αποσκευές
Μα μ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι
Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο
Φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες
ούτε ένα κεφαλαίο να γράψεις ακόμα
Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος?
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη
Βέβαια αγάπησε
τα ιδανικά της ανθρωπότητας,
αλλά τα πουλιά
πετούσαν πιο πέρα
Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ το δέντρο που βρέχεται?
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη
Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
για να πεθαίνουν κι αλλού
και την απληστία
για να μένουν νεκροί για πάντα
Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη
Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,
μου ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες?
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυο,
κι αν κάποτε μ άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω
έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη
Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ ένα άστρο ή μ ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών?
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!
Δος μου το χέρι σου..
Δος μου το χέρι σου..
ΑΠΑΓΓΕΛΙΑ -ΜΙΧΑΛAKΟΠΟΥΛΟΣ
"Μοιρολόϊ της βροχής", από "Τα λυρικά", σε ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη.
Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2009
Ποιήματα του Μιχάλη Κατσαρού που έχουν μελοποιηθεί
-«Ποιος παραμένετε αληθινά κύριε Κατσαρέ από τα «είμαι», που έχετε κατά καιρούς διατυπώσει;»
ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ, ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΣΥΝΩΜΟΤΗΣ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΛΗ
Για τον Μιχάλη Κατσαρό
ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΤΣΑΡΟΣ 1920 -1998

http://www.studio52.gr/cdimages/094636289229.jpg
Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009
Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ μιλάει στον Γιάννη Στεφανάκι για το "Κατά Σαδδουκαίων"
Την εικόνα σου
Μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου σε ποίηση του Μιχάλη Κατσαρού.
Την εικόνα σου σεβάστηκα,
την φλόγα δεν εκράτησα,
την εικόνα την καλή
θα σου φέρω μιαν αυγή.
Χρώματα χρώματα,
χρώματα κι αρώματα.
Χρώματα, χρώματα,
άσε τα καμώματα.
Την εικόνα σου σεβάστηκα
και κράτησα,
και τα χέρια μου θα ενώσω
πριν στη ζητιανιά τη δώσω.
Χρώματα, χρώματα,
χρώματα κι αρώματα.
Χρώματα, χρώματα,
χρώματα κι αρώματα.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Χρήστος Θηβαίος
Στίχοι Μιχάλης Κατσαρός
Μουσική Θανάσης Γκαιφύλιας
Δίσκος Stavento
Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2009
Μιχάλης Κατσαρός - ποιήματα
ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ
Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009
Γιάννης Δάλλας: [ Σαν ιπποπόταμος… ]
ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ, { Σαν ιπποπόταμος)
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ είναι από τη συλλογή Ανατομία (1971). Εδώ ο ποιητής αναφέρεται στην κατάλυση της δημοκρατίας από το στρατιωτικό καθεστώς της 21ης Απριλίου 1967.
Καιρός να παραδώσω την κατάθεσή μου:
Όπως όταν ακούγεται από μακριά βροντή ή πυροβολισμός εφόδου
Και διαλύεται η παρέλαση σαν φίδι με φολιδωτήν ουρά στο ρίγος του
μεσημεριού
΄Αδειασε τότε η πολιτεία κι έμεινε η κεντρική πλατεία με τα δέντρα
της δεκατισμένα
Με τις σημαίες πατημένες τις κραυγές της στον αγέρα ασπρόρουχα
του πανικού
Κι έγινε η νύχτα ποταμός απ΄όπου στης αυγής τα ξέφτια αναδυόμενα
Τα τανκς με βήματα βαριά τεντώνοντας την προβοσκίδα τους
Σαν ιπποπόταμος της λεωφόρου.
Τ. Γκρίτση Μιλλιέξ: Μια ιστορία της Αντίστασης
………………………………………………………………………………
Αγγελική Κωσταβάρα (1946-2006), Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ: Το απόν πρόσωπο, το βίωμα και η γραφή
της Αγγελικής ΚΩΣΤΑΒΑΡΑ*
Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2009
Ο Ροζέ Μιλλιέξ περιγράφει τη γνωριμία με τη γυναίκα του Τατιάνα Μιλλιέξ και την αντιστασιακή δράση της.
ΠΗΓΗ: ΕΡΤ - Οπτικοακουστικό Αρχείο
Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2009
Γκρίτση - Μιλλιέξ, Τατιάνα 1920 - 2005
Η Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1920 και ήταν κόρη του Μιχάλη Γκρίτση και της Ελένης Σάλαρη. Τελείωσε το Γυμνάσιο με μαθήματα κατ' οίκον, ενώ ασχολήθηκε για λίγο και με το χορό.
Το 1942 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Σύντομα όμως εγκατέλειψε τις σπουδές της και στράφηκε στην εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας (Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών) και στη φωνητική (Ελληνικό Ωδείο).
Το 1939 παντρεύτηκε το Γάλλο λόγιο και φιλέλληνα Ροζέ Μιλλιέξ, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής εντάχτηκε στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο και ως εθελόντρια στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό.
Από το 1945 έως το 1975 ταξίδεψε στη Γαλλία, την Κύπρο και την Ιταλία. Στη Γαλλία (1945-1946) οι Μιλλιέξ συνέχισαν τη δράση τους υπέρ της Ελλάδας και η Τατιάνα παρακολούθησε παράλληλα μαθήματα Ιστορίας Τέχνης και Αισθητικής στο Λούβρο. Την ίδια περίοδο πήρε μέρος στο Α' διεθνές Συνέδριο Γυναικών στο Παρίσι, με θέμα της την αντιστασιακή δράση των Ελληνίδων.
Μετά την ανάληψη από τον Μιλλιέξ της διεύθυνσης σπουδών του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών (1947) επέστρεψαν στην Αθήνα, όπου παρέμειναν έως το 1959. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου η εκλιπούσα εργάστηκε στο κέντρο Μικρασιατικών Μελετών, πήρε μέρος σε διάφορες εκθέσεις ζωγραφικής ανά την Ελλάδα και εντατικοποίησε τη συγγραφική της δραστηριότητα.
Ακολούθησε μια μεγάλη περίοδος παραμονής του ζευγαριού στην Κύπρο (1959-1971), όπου ο Ροζέ εργάστηκε στο εκεί Γαλλικό Μορφωτικό Κέντρο και η Τατιάνα στράφηκε σε προσπάθειες για την πολιτιστική αναβάθμιση του τόπου.
Στη συνέχεια έφυγαν για τη Γένοβα της Ιταλίας. Εκεί έδρασαν υπέρ της ίδρυσης έδρας νεοελληνικών σπουδών στο πανεπιστήμιο και ενάντια στη δικτατορία του Παπαδόπουλου, που είχε στο μεταξύ αφαιρέσει από την Τατιάνα την ελληνική υπηκοότητα. Μετά τη μεταπολίτευση επέστρεψαν στην Ελλάδα και η Μιλλιέξ εργάστηκε στο ΕΙΡ (1964-1965, 1974-1975, 1983-1984) και την ΕΡΤ2 (1984-1985) ως υπεύθυνη εκπομπών.
Ως δημοσιογράφος και κριτικός συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες [Ανεξάρτητος Τύπος (1957-1959), Ανένδοτος (1964-1965), Αυγή (1974-1977), Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (1976-1984), Τα Νέα (Κύπρου, 1964-1970), Δημοκρατική (Κύπρου) κ.α. και με πάρα πολλά περιοδικά.
Είναι μέλος της Ακαδημίας Racine του Παρισιού, ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, του Pen Club, του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, της Εταιρείας Κριτικών και Εικαστικών Τεχνών και της Στέγης Καλών Τεχνών και Γραμμάτων (πρόεδρος από το 1981 ως το 1986).
Τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος, το βραβείο των Δώδεκα, το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος και το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Την πρώτη της επίσημη εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποίησε το 1945 με δημοσιεύσεις διηγημάτων της στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα.
Κατά τη διάρκεια της κατοχής είχε παράνομα κυκλοφορήσει μια μετάφραση του έργου του Βερκόρ (Ζαν Μπριλέ) Η σιωπή της θάλασσας, ενώ ασχολήθηκε επίσης με θεατρικές μεταφράσεις που ανέβηκαν από τους θιάσους Βουτέρη, Κατράκη και άλλων.
Από τον εκδοτικό οίκο Κέδρο εκδόθηκε το 1973 (με τον τίτλο Σπαράγματα) μέρους του αρχείου της, που σώθηκε από την κατάσχεση της απριλιανής δικτατορίας.
Χαρακτηριστικά του πεζογραφικού έργου της είναι η έμφαση στην απεικόνιση ψυχολογικών διεργασιών με συνακόλουθη χαλάρωση της δομής και της συνοχής των κειμένων της. Έντονη είναι στη γραφή της η ποιητική διάσταση του λόγου, η παρουσία των στοιχείων της φαντασίας, της μνήμης, βιωματικής και διακειμενικής, και του εσωτερικού χρόνου.
Τα βιογραφικά στοιχεία πήρα από εδώ.
Τη φωτογραφία βρήκα εδώ.
Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009
ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ - Συνέντευξη στον Σ.Ν. Κοδέλλα
ΠΗΓΗ: kapodistriako.uoa.gr
2/5/2007 - Γυάρος: Γνωριμία με τη βαρβαρότητα

«Πέσαν τα μάνταλα βαριά και σκοτεινιάσαν τα κελιά».
«Μετά τη λεπτομερέστατη έρευνα, που μας έκανε τα πράγματα φύλλο και φτερό, αρχίσαμε να ανεβαίνουμε φορτωμένοι κάτι πλατιές σκάλες, μέσα από έναν τεράστιο διάδρομο που έμοιαζε σαν λαγούμι μέσα στο βράχο ώσπου να φτάσουμε στο τρίτο επίπεδο και κάνοντας δεξιά μέσα από μια καγκελόπορτα, βρεθήκαμε να μας υποδέχονται οι δικοί μας, οι σκαπανείς. Αυτοί, δηλαδή, που ήρθαν πρώτοι εδώ και ξανανοίξανε αυτόν τον καταραμένο χώρο. Δύο θάλαμοι με μια κοινή αυλή και καμιά εικοσιπενταριά αριστερούς κρατούμενους όλων των φυλών και των ...αποχρώσεων της Αριστεράς του 197» αναφέρει στο βιβλίο του για τη Γυάρο, ο Τάκης Μπενάς.
Για την Ιστορία: κάπου δεκαπέντε του ΚΚΕ, εννιά (με μας τους τέσσερις καινούριους) του ΚΚΕ εσωτερικού, δύο του κινήματος 20ής Οκτώβρη, δύο τροτσκιστές, ένας του ΜΛ-ΚΚΕ. Οι άλλοι, οι «μη κομμουνιστές» βρίσκονταν στο απέναντι κτίριο του ίδιου τρίτου επιπέδου, εκεί που κρατούσαν τις γυναίκες που είχε κουβαλήσει ο γενναίος Παττακός στις 21 Απριλίου. Ανάμεσά τους και τις τρεις αδελφές μου. Θα το επισκεφθούμε αύριο το πρωί που θα ξεκλειδώσουν τις σιδερόπορτες του μεγάλου διαδρόμου. Καταλαγιάζουμε σε ράντζα και σιδεροκρέββατα και προσπαθούμε να συνέλθουμε από τη ζαλάδα των δεκάμισι μποφόρ. Καθόλου εύκολο αφού από αυτό το πρώτο βράδυ αρχίζει η γνωριμία μας με το νησί του διαβόλου.
Ο άγριος βοριάς που φυσάει ασταμάτητα κάνει αυτό το κατασκεύασμα που αποκαλείται «κτίριο των Φυλακών Γυάρου» να τρέμει και να βουίζει λες και πρόκειται να σαλπάρει. Μια ξυλόσομπα στη μέση του μεγάλου θαλάμου προσπαθεί να μειώσει το ψοφόκρυο που βασιλεύει εδώ μέσα, ενώ κάποια από τα παράθυρα που βρίσκονται ψηλά, κοντά στο ταβάνι, ξεμανταλωμένα από το δυνατό ξεροβόρι, βροντοχτυπάνε δυνατά και συνέχεια. Δεν υπάρχει άλλη λύση από το να καταφύγουμε κάτω από τις κουβέρτες μας, να κουκουλωθούμε, όχι μόνο για να ζεσταθούμε αλλά και για να μην ακούμε τον φοβερό χαλασμό που κάνει ο βοριάς, λυσσομανώντας, καθώς έρχεται κατευθείαν απάνω μας, μέσα από το βόρειο Αιγαίο, χωρίς να συναντά τίποτα μπροστά του. Γι' αυτόν τον λόγο, άλλωστε, το νησί είναι ερημότοπος, ξυρισμένο από βλάστηση, ακατοίκητο, άγριο και άνυδρο. Τόπος για φαντάσματα, όχι για ανθρώπους. Και δεν τα είδαμε όλα ακόμα. Περιμένουμε να φέξει για μια βαθύτερη γνωριμία με την κόλαση. Απόψε, παρ' όλα αυτά, θα κοιμηθούμε, καθώς φτάσαμε κατάκοποι από το τρελό ταξίδι των πολλών μποφόρ. Αύριο μας περιμένει μια γεμάτη μέρα.
Στον άλλο θάλαμο, τον απέναντι, βρίσκονται καμιά δεκαπενταριά πολιτικοί εξόριστοι που η Χούντα τους κατατάσσει στους «μη κομμουνιστάς». Όχι όμως και εθνικόφρονες. Απλώς «μη» και μάλλον έχει κάποιος δίκιο αφού και εδώ η πινακοθήκη των πολιτικών αποχρώσεων θα συνεχιστεί, ακόμα πιο πλουραλιστική. Η μανία αλλά και ο φόβος του Ιωαννίδη για τη νεοπαγή αλλά και αμφίβολη εξουσία του, τον οδήγησαν όχι μόνο να ξανανοίξει το θανατονήσι, αλλά και να στείλει εδώ ...εκπροσώπους απ' όλη την Ελλάδα.

Μετά το τσάι βγήκαμε έξω από το κτίριο να γνωρίσουμε τη... φύση, στον λιγοστό χώρο που μας επέτρεπαν να περπατάμε, γύρω στον παλιό 5ο όρμο, ζωσμένο τώρα από σκοπιές με ενόπλους να μας επιτηρούν μπας και πέσουμε στη θάλασσα και πνιγούμε.
Τίτος Πατρίκιος
ΠΗΓΗ: click2travel
Οι τρεις ποιητές - Εγγονόπουλος, Αναγνωστάκης, Πατρίκιος - επιλέγουν τελικά την ίδια στάση;
τούτη εποχή
του εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι άλλα παρόμοια
σαν πάει κάτι
να γραφεί
είναι
ως αν
να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων θανάτου
γι αυτό και
τα ποιήματά μου
είν’ τόσο πικραμένα
(και πότε –άλλωστε- δεν ήσαν;)
κι είναι
-προ πάντων-
και
τόσο
λίγα
Ν. Εγγονόπουλος «ΕΛΕΥΣΙΣ»,
1948
Στον Νίκο Ε… 1949
Φίλοι
Που φεύγουν
Που χάνονται μια μέρα
Φωνές
Τη νύχτα
Μακρινές φωνές
Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους
Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση
Ερείπια
Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες
Εφιάλτες,
Στα σιδερένια κρεβάτια
Όταν το φως λιγοστεύει
Τα ξημερώματα.
(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα
αυτά;)
Μ. Αναγνωστάκης
«ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ», 1949
Πληροφορίες μπορείτε να αντλήσετε από εδώ.
Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009
Δρόμοι παλιοί - Μαρία Δημητριάδη
"Δρόμοι παλιοί" σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και ποίηση Μανόλη Αναγνωστάκη.
Τραγουδά η Μαρία Δημητριάδη, στο πιάνο ο Τάσος Καρακατσάνης, στη κιθάρα η Στέλλα Κυπραίου.
Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2009
"Αφού κατά λάθος ο κόσμος είναι μια ποίηση"
Ελληνες ποιητές για την Ποίηση
Η ποίηση είναι
εκείνος ο εαυτός μας
που δεν κοιμάται ποτέ.
(Γιώργος Σαραντάρης)
Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε
τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω ότι δε θα πεθάνω ποτέ -
αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα.
(Τάσος Λειβαδίτης)
ΠΗΓΗ: ANA-MPA Culture