Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2009

-«Ποιος παραμένετε αληθινά κύριε Κατσαρέ από τα «είμαι», που έχετε κατά καιρούς διατυπώσει;»

Το έργο του έχει ιδιαίτερη θέση στην σύγχρονη λογοτεχνία. Ελάχιστοι έλληνες έδωσαν τόσο παραστατικά την τραγωδία της καθημερινότητας σε συνδυασμό με την στάση κι ευθύνη του ατόμου.  Παρέμεινε ελεύθερος και βαθιά επαναστάτης. Ασυμβίβαστος μαχητής και ωραίος. Ακριβώς, «όπως τον απεικόνισε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος στην ταινία του «Θίασος», σ΄ εκείνη την συγκλονιστική στιγμή που τον ανακαλύπτουν οι σύντροφοί του σ΄ ένα φτηνό ξενοδοχείο μισότρελο, να φωνάζει «ανάπηρη ελευθερία πάλι σου τάζουν»1   Και ήταν ο πρώτος ποιητής που ευτύχησε να δει απόσπασμα από το ποίημά του «Η διαθήκη μου» (συλλογή «Κατά Σαδδουκαίων») να γίνεται πρωτοσέλιδο θέμα σε καθημερινή αριστερή εφημερίδα (Η ΠΡΩΤΗ). Ουσιαστικά, το ποίημα εκτέθηκε από τα περίπτερα σε χιλιάδες αναγνώστες, δόθηκε ως ευκαιρία αυτοκριτικής μας και προβλήθηκε ως άλλο μέσο περιγραφής της επικαιρότητας, δικαιώνοντας τον ρόλο της Τέχνης, πυροβολώντας με καταπληκτικό τρόπο τον εφησυχασμό και το βόλεμα της αστικής δημοκρατίας. 
   
  -«Ποιος παραμένετε αληθινά κύριε Κατσαρέ από τα «είμαι», που έχετε κατά καιρούς διατυπώσει;» τον ρώτησα σε μια συνάντηση, κάπου στα μέσα της γνωριμίας μας, στο πατάρι του βιβλιοπωλείου Ζαχαρόπουλος, με αφορμή μια συνέντευξή του για την «Εξόρμηση», με την παρότρυνση του φίλου, διευθυντή της, τότε Νίκου Λαγκαδινού. Τα ειρωνικά μάτια του πίσω από τα μυωπικά γυαλιά σοβάρεψαν. Σώπασε. Το λεπτό πρόσωπο παρέμεινε ακίνητο. Το μπολσεβίκικο κασκέτο αφημένο δίπλα, τόπαιξε νευρικά χωρίς να το σηκώσει, στο χέρι του. Τον παρατήρησα προσεκτικά. Λεπτό μουστάκι, θεληματικό πηγούνι, αρκετές ρυτίδες κάθετες στο ευρύ μέτωπο και στα μάγουλα, δίπλα στο στόμα, δείγμα στοχασμού και συχνού λόγου. Τα μακριά μαλλιά του πίσω τραβηγμένα θαρρείς από ένα μόνιμο άνεμο, το κλασικό κασκόλ στον λαιμό, τα μισοχαλασμένα δόντια. Λιανοκόκκαλος, ευθυτενής, ανυπόταχτος. Όπου νάναι θα εκνευριστεί και θ’ ανάψει, σκέφτηκα. Θα απλωθεί εκπνοή έξω, θα ανακατευτεί επανάσταση με την ανάσα του κόσμου και θα μας κάψει. Εκείνος αντίθετα, δεν μίλησε. Συνέχισε να με παρατηρεί σιωπηλός σα να με ζύγιζε. Αναγκαστικά προχώρησα στις επόμενες ερωτήσεις, που απαντούσε κανονικά Κάποια στιγμή άρχισε, άσχετα με το θέμα της ερώτησης που υπέβαλα εκείνη την στιγμή, να μιλά με εικόνες σκόρπιες, ανάκατες, για τους προλετάριους που συνεχίζουν την μεγάλη πορεία προς την Καντόνα, τα ουρί για το νέο θεό, την Αμερική που ακόμα περιμένει να ανακαλυφθεί, τον ποιητή που οφείλει να κάνει Τουρ(Τέχνη ουρανού) το Μαζινό που προκαλεί εξέγερση μαζών στο μάζεμα (πλατεία)  Συντάγματος κλπ. 
   
Στην αρχή δεν κατάλαβα το παιχνίδι. Ο λόγος του φαινόταν παραληρηματικός, αποκομμένος από την λογική της στιγμής, χωρίς συνέχεια και σημασία. Με καθυστέρηση κι αφού έγινα, όπως και άλλοι, αποδέκτης ή παρατηρητής παρόμοιων στιγμών αρκετές φορές στο μέλλον, συνειδητοποίησα ότι στην πραγματικότητα χρησιμοποιούσε αλληγορίες και σύμβολα και πως επρόκειτο για συμπεριφορά απόλυτα ελεγχόμενη και συνειδητή. Δεν ήταν αντίδραση άσχημη, απεναντίας πολύ χρήσιμο μάθημα. 

Στην περίπτωσή μου, πιστεύω, ο Μιχάλης Κατσαρός την απάντηση «στο ποιος παραμένετε;» την δίνει σε εντελώς άσχετη στιγμή, καλυμμένη με σύμβολα, χωρίς λογική δόμηση, την κάνει να μοιάζει με παραλήρημα επειδή; 
* Πρώτα υποδεικνύει έμμεσα ότι οφείλω να αναγνωρίζω (πως βαδίζει ακόμα προλετάριος, παραμένει πάντα επαναστάτης, καταθέτει ανατροπές, οραματίζεται ιδανικά – ουρί σε πνευματικούς παράδεισους, ελπίζει «ρήγματα σε μπετόν» -Μαζινό κλπ) και με συμβουλεύει να μην αναζητώ πιστοποιητικά γιαυτό που βλέπω. 
* Στη συνέχεια συστήνει να μην βασίζομαι στο αναμενόμενο (το λογικό ήταν μια σχετική απάντηση στην ερώτηση), αλλά να είμαι το ίδιο ανοικτός στο απρόσμενο, που ελευθερώνει και,  συνήθως, περιέχει την απάντηση.
* Αργότερα συνειδητοποίησα και την τρίτη υπόδειξή του ότι στο φανερό, αυτό που εμείς νομίζουμε ότι βλέπουμε υπάρχει και το αθέατο-κρυφό, το ίδιο σημαντικό και καίριο για την δράση ενός ανθρώπου, ακόμα κι αν μείνει άγνωστο «για πάντα και πάντα».
   Αλίμονο σε αυτούς που, ακόμα, ψάχνουν να ερμηνεύσουν τις συμπεριφορές του αποκλειστικά με την λογική τους. 
   
   ….Βιάζομαι, βιάζομαι
   Πριν αλέκτωρ λαλήσει
   Η νύχτα είναι μικρή – μεγαλώνει
   Ο άνεμος ετοιμάζει την έφοδο – οι φωνές
   «κοίτα» - «τώρα» - «το άλλο βράδυ»
   πρέπει πάλι να σας μιλήσω
   
   Μην με κοιτάτε παράξενα.
   Κανένας δεν με γνωρίζει;

Δεν υπάρχουν σχόλια: